Οι Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές (P.D.D., Pervasive Developmental Disorders) αποτελούν ομάδα διαταραχών χαρακτηριζόμενη από δυσκολίες στην ανάπτυξη πολλαπλών βασικών ανθρώπινων λειτουργιών, όπως η επικοινωνία και η κοινωνικοποίηση.

Ποιες είναι

  • Ο Aυτισμός (Autism),
  • το Σύνδρομο Asperger (Asperger Syndrome),
  • το Σύνδρομο Rett (Rett Syndrome),
  • η Παιδική Αποδιοργανωτική Διαταραχή (Childhood Disintegrative Disorder) και
  • η Διάχυτη Αναπτυξιακή Διαταραχή- μη προσδιοριζόμενη αλλιώς (P.D.D.-N.O.S., Pervasive Developmental Disorder- not otherwise specified) συνθέτουν τις 5 Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές (P.D.D., Pervasive Developmental Disorders).

Διάγνωση

Η διάγνωση των προαναφερθέντων διαταραχών, γίνεται βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων όπως αυτά περιγράφονται στa διαγνωστικά εργαλεία DSM και ICD, από παιδοψυχίατρο ή αναπτυξιολόγο. Στα εργαλεία αυτά, γίνεται εκτενής και ακριβής αναφορά των χαρακτηριστικών που πρέπει να παρατηρούνται σε κάθε περίπτωση, ώστε να επιτυγχάνεται σωστή διάγνωση.

Τα πρώτα σημάδια των Διάχυτων Αναπτυξιακών Διαταραχών μπορούν να εντοπιστούν στο πρώτο τρίμηνο της ζωής, κατά την περίοδο μετάβασης από το αδιαφοροποίητο στο διαφοροποιημένο κλάμα. Πιο συγκεκριμένα, τα φυσιολογικά αναπτυσσόμενα βρέφη κατά το πρώτο τρίμηνο, σταδιακά ‘αλλάζουν’ τον τρόπο που κλαίνε, ανάλογα με την ανάγκη που θέλουν να εκφράσουν (πείνα, δίψα, πόνο, άγχος, αλλαγή πάνας), επικοινωνώντας αποτελεσματικότερα με το πρόσωπο που τα φροντίζει.

Τα βρέφη που αποκλίνουν από αυτά τα πρότυπα, δεν διαφοροποιούν το κλάμα τους και παραμένουν ‘αδιάφορα’ ως προς την συναισθηματική προσκόλληση στην τροφό τους, αποτελούν ομάδα κινδύνου για τις προαναφερθείσες Δ.Α.Δ, αλλά και για άλλες διαταραχές της ανάπτυξης.

Ωστόσο, ασφαλής διάγνωση προκύπτει αρκετά αργότερα, καθώς αυξάνονται οι απαιτήσεις για επικοινωνία και τα ελλείμματά της.

Χαρακτηριστικά

Τα γενικότερα προβλήματα επικοινωνίας αφορούν κυρίως στην κατανόηση και στη σωστή χρήση της γλώσσας (Πραγματολογικές Διαταραχές, Pragmatics Disorders). Οι ανήκοντες στο φάσμα των Δ.Α.Δ. παρουσιάζουν αδυναμία στην κοινωνική οργάνωση της επικοινωνίας και κάνουν λάθος χρήση των επικοινωνιακών κανόνων (δεν περιμένουν τη σειρά τους για να εκφραστούν, δεν κοιτούν τον συνομιλητή τους, δυσκολεύονται να αρχίσουν ομαλά, να διατηρήσουν ή να λήξουν ένα θέμα συζήτησης κ.λ.π.).

Επίσης, στα πλαίσια των πραγματολογικών διαταραχών αδυνατούν να αποκωδικοποιήσουν τις επικοινωνιακές προθέσεις του συνομιλητή τους και να κατανοήσουν τον σκοπό της επικοινωνίας, με άμεση συνέπεια να έχουν και διαταραγμένη ή απούσα αίσθηση του χιούμορ.

Υπάρχουν δυσκολίες τόσο στην κοινωνική συναλλαγή, όσο και στη σχέση με τα αντικείμενα και τα γεγονότα, ενώ συνήθως αδυνατούν να ξεφύγουν από το πρόγραμμα και τη ρουτίνα τους ή να προσαρμοστούν σε νέους χώρους χωρίς εκπαίδευση.

Παρατηρείται ‘ιδιόρρυθμο και ασυνήθιστο’ παιχνίδι με τα αντικείμενα, χαρακτηριζόμενο από εμμονές σε τμήματα των παιχνιδιών (π.χ. κοιτούν τις ρόδες αυτοκινήτων ή το πλυντήριο που γυρίζει) ή απλή παράταξή τους βάσει κριτηρίου (είδος, μέγεθος, χρώμα, κ.λ.π.), ενώ απουσιάζει το συμβολικό παιχνίδι.

Οι ανήκοντες στο φάσμα των Δ.Α.Δ. εμφανίζουν κινητικούς μαννερισμούς συχνότερα εκφραζόμενους με μια συνεχή κίνηση του κορμού μπρος-πίσω (rocking) ή με κινήσεις των χεριών πάνω-κάτω, σαν γρήγορο πέταγμα μπροστά στο πρόσωπο (flapping), στερεοτυπίες λεκτικές (‘μπιγκιμπιγκιμπιγκι’) και μη (‘τικς’ του προσώπου ή του σώματος) καθώς επίσης και ασυνήθιστη και ασυνεπή ανταπόκριση σε αλλαγές στις αισθητηριακά προσλαμβανόμενες πληροφορίες (φως, θόρυβοι, μυρωδιές, γεύση, απτική αμυντικότητα).

Τα άτομα που ανήκουν στο φάσμα των Δ.Α.Δ., ανάλογα με τη βαρύτητα της κατάστασής τους, μπορεί να μην αναπτύξουν ομιλία, αλλά μπορούν να μάθουν να επικοινωνούν με τη βοήθεια κάποιου Εναλλακτικού Συστήματος Επικοινωνίας.

Θεραπευτική παρέμβαση

Δεν υπάρχει γνωστή θεραπεία για τις Δ.Α.Δ., ωστόσο υπάρχουν αποτελεσματικοί τρόποι παρέμβασης με πολύ καλή πρόγνωση- δυνατότητα εξέλιξης- για το μέλλον. Δύναται να χορηγηθεί κατά περίπτωση φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων συμπεριφορικών προβλημάτων.

Σε κάποιες περιπτώσεις λειτουργούν θετικά και κάποιες δίαιτες (γλουτένη, καζεΐνη, συμπληρώματα διατροφής, βιταμίνες) πάντα κατόπιν συνεννόησης με τον παιδίατρο και ειδικό διατροφολόγο/ διαιτολόγο.

Μεγάλη αποτελεσματικότητα έχουν τα προγράμματα πρώιμης παρέμβασης τα οποία προσαρμόζονται στις εκάστοτε ανάγκες του κάθε παιδιού με εξατομικευμένο θεραπευτικό πρόγραμμα και συμπεριλαμβάνουν διεπιστημονική ομάδα αποτελούμενη από παιδοψυχίατρο, ψυχολόγο, λογοθεραπευτή, εργοθεραπευτή, ειδικό παιδαγωγό, φυσικοθεραπευτή και κοινωνικό λειτουργό.

Η εκπαίδευση και συμμετοχή όλης της οικογένειας στο εξειδικευμένο πρόγραμμα κάθε παιδιού κρίνεται απαραίτητη.