Νέα έρευνα δείχνει ότι η μετάδοση του κορωνοϊού ποικίλλει εποχιακά, ενώ την ίδια στιγμή οι υψηλότερες θερμοκρασίες δεν είναι αρκετές για να αποτρέψουν τη μετάδοση.

Η μελέτη, με ερευνητές του Imperial College London που δημοσιεύτηκε στα Πρακτικά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών, είναι η πρώτη που ενσωματώνει περιβαλλοντικά δεδομένα σε επιδημιολογικά μοντέλα μετάδοσης του ιού SARS-CoV-2.

Ο βασικός συγγραφέας της μελέτης Δρ Tom Smith, από το Τμήμα Επιστημών Ζωής στο Imperial, δήλωσε: «Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι οι αλλαγές θερμοκρασίας έχουν πολύ μικρότερη επίδραση στη μετάδοση του ιού από τις πολιτικές παρεμβάσεις. Άρα οι κυβερνήσεις δεν πρέπει να εγκαταλείψουν τα μέτρα προστασίας από τον ιό, όπως οι απαγορεύσεις και η διατήρηση των αποστάσεων μόνο και μόνο επειδή ζεσταίνει ο καιρός.

 Άλλοι ιοί, όπως της γρίπης, είναι γνωστό ότι επηρεάζονται από περιβαλλοντικούς παράγοντες. Για παράδειγμα, οι υψηλές θερμοκρασίες και η χαμηλή υγρασία μειώνουν τη μετάδοση των αναπνευστικών σταγονιδίων, αποτρέποντας την εξάπλωση της γρίπης. Οι υψηλές θερμοκρασίες είναι επίσης γνωστό ότι απενεργοποιούν άλλους κορωνοϊούς στον αέρα και στις επιφάνειες.

Ωστόσο, ο ποσοτικός προσδιορισμός των επιπτώσεων των περιβαλλοντικών παραγόντων όπως η θερμοκρασία, η υγρασία και η υπεριώδης ακτινοβολία (ηλιοφάνεια) στη μετάδοση του SARS-CoV-2, ήταν δύσκολος κατά τη διάρκεια της πανδημίας, καθώς παράγοντες όπως η πυκνότητα του πληθυσμού, αλλά και η συμπεριφορά των ανθρώπων υπήρξαν οι κύριοι λόγοι μετάδοσης του ιού.

Την ίδια στιγμή, οι διαφορές στις παρεμβάσεις καθιστούν επίσης δύσκολη τη σύγκριση περιβαλλοντικών παραγόντων σε παγκόσμια κλίμακα, ειδικά σε ορισμένες χώρες, όπως η Βραζιλία, η Ινδία και το Ιράν, που εμφανίζουν υψηλή μετάδοση παρά τα θερμότερα κλίματα.

Στο πλαίσιο αυτό, η ερευνητική ομάδα εστίασε τη μελέτη της στις ΗΠΑ, όπου υπάρχει μεγάλο φάσμα κλίματος.

Βρήκαν λοιπόν, ότι η χαμηλότερη θερμοκρασία και η υψηλότερη πυκνότητα του πληθυσμού συνδέονται και οι δύο με την υψηλότερη μετάδοση του SARS-CoV-2.

Ωστόσο, η επίδραση της θερμοκρασίας, αν και σημαντική, ήταν μικρή. Κάθε βαθμός Κελσίου αυξημένης θερμοκρασίας μείωνε τον αριθμό R κατά περίπου 0,04. Αυτό σημαίνει, ότι μια διαφορά 20ºC, όπως η διαφορά  θερμοκρασίας μεταξύ Χειμώνα και Καλοκαιριού, θα μπορούσε να ισοδυναμεί με μία διαφορά του R περίπου 0,8.

Πηγές: sciencedaily