Ο εκφοβισμός στο σχολείο (Bullying), παρατηρείται στις σύγχρονες κοινωνίες, όλο και πιο συχνά και σε ανησυχητικό βαθμό, τα τελευταία χρόνια. Η Ελλάδα, όπως πολλές άλλες χώρες, βιώνει μια μεταβατική περίοδο κατά την οποία σημειώνονται αλλαγές στα ιδεολογικά συστήματα, λόγω κοινωνικών και οικονομικών μεταβολών καθώς και στους θεσμούς (οικογένεια, μετακίνηση των πληθυσμών κ.α.). Το πρόβλημα του σχολικού εκφοβισμού (Bullying), είναι η πλέον διαδεδομένη μορφή επιθετικής συμπεριφοράς με σοβαρές επιπτώσεις τόσο στην ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών, όσο και στη διαδικασία της μάθησης (Smith et al., 2002).

Σχολικός εκφοβισμός (Bullying)

Παρατηρείται όταν «ένας μαθητής υποβάλλεται κατ’ επανάληψη και σε διάρκεια χρόνου, σε αρνητικές ενέργειες από έναν ή περισσότερους μαθητές» και υπάρχει «ανισορροπία στη δύναμη» (Olweus,1986).

Οι αιτιολογικοί παράγοντες που μπορούν να οδηγήσουν στο φαινόμενο σχετίζονται πρωτίστως με την οικογένεια και το σχολείο. Για να θεωρηθεί μια πράξη ως φαινόμενο Bullying, θα πρέπει: «να υπάρχει πρόθεση, το φαινόμενο να επαναλαμβάνεται, το παιδί στο οποίο ασκούνται οι αρνητικές πράξεις, δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του και βέβαια οι πράξεις αυτές έχουν αποτέλεσμα σωματική βλάβη ή συναισθηματικά προβλήματα για το θύμα» (Farrington &Ttofi, 2009).

Ο εκφοβισμός μπορεί να έχει δια βίου συνέπειες τόσο στα θύματα όσο και στους παρατηρητές. Οι νέοι και τα παιδιά που συμμετέχουν στις πράξεις αυτές, είτε ως θύματα είτε ως θύτες αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες στο χώρο του σχολείου και είναι πιθανόν να αναπτύξουν σωρεία ψυχολογικών και ψυχοσωματικών προβλημάτων.

Η βαρύτητα των επιπτώσεων του εξαρτάται από:

  • τις μορφές του (άμεσος ή έμμεσος),
  • τη διάρκειά του (βραχυπρόθεσμος ή μακροχρόνιος),
  • την περίοδο εκδήλωσης των επιπτώσεων και
  • τον ρόλο των παιδιών στο φαινόμενο (θύτης, θύμα, παρατηρητής).

Ο σχολικός εκφοβισμός λόγω της σοβαρότητας των περιστατικών του, σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις, εκδηλώνεται με ανθρωποκτονία ή αυτοκτονία (Bauman & DelRio, 2005). Επίσης  αποτελεί ένα «ομαδικό φαινόμενο», εφόσον δεν αφορά μόνο το «θύμα» και τον «θύτη», αλλά και όλους αυτούς που τυγχάνει να είναι παρόντες σε αυτά τα περιστατικά που μπορεί να είναι όχι μόνο μαθητές, αλλά και ενήλικες όπως οι γονείς, οι εκπαιδευτικοί και εργαζόμενοι στο χώρο του σχολείου, όπως σχολικοί τροχονόμοι,  εργαζόμενοι στο κυλικείο κ.α.

Πρέπει να σημειωθεί ότι κάποιες μορφές του σχολικού εκφοβισμού, είναι δύσκολο να διακριθούν όπως αυτή του κοινωνικού/ σχεσιακού αποκλεισμού, ο οποίος αποτελεί ένα πολύ επιδέξιο τρόπο εκφοβισμού και πολλές φορές δεν γίνεται αντιληπτός από τον περίγυρο. Επιπλέον τα θύματα το κρύβουν από τους γονείς τους. Γι’ αυτό τον λόγο οι γονείς πρέπει να γνωρίζουν τις ενδείξεις που δηλώνουν ότι το παιδί είναι θύμα κάποιας επιθετικής συμπεριφοράς. Ορισμένες από αυτές είναι, αν το παιδί:

  • παραπονιέται συχνά πως νιώθει άρρωστο ή έχει εφιάλτες.
  • κάνει αδικαιολόγητες απουσίες
  • έχει απροσδόκητη  μείωση της σχολικής επίδοσης
  • καθυστερεί να πάει στο σχολείο ή καθυστερεί να επιστρέψει στο σπίτι
  • συχνά τα ρούχα του είναι σκισμένα
  • αλλάζει δρόμους όταν πάει ή καθώς επιστρέφει από το σχολείο
  • χάνει συχνά τα χρήματα  ή τα πράγματα του
  • υπάρχουν συχνές αλλαγές στη διάθεσή του που επιμένουν
  • έχει σημάδια ή μελανιές ή κάποιες ενδείξεις επίθεσης και αποφεύγει να πει πώς συνέβησαν.

Το ενδιαφέρον επίσης εστιάζεται στο σχολείο γιατί εκεί είναι δυνατή η εφαρμογή προγραμμάτων για την πρόληψη και την αντιμετώπιση του προβλήματος. Η δουλειά με το εκπαιδευτικό προσωπικό είναι σημαντική, γιατί συχνά το προσωπικό ανέχεται εκφοβιστικές συμπεριφορές ή τις υποτιμά, οπότε ο στόχος είναι κυρίως η αλλαγή των στάσεων και των αντιλήψεων των εκπαιδευτικών και η υιοθέτηση μιας πιο θετικής στάσης για την αντιμετώπιση του εκφοβισμού (Clarke & Kiselica, 1997). Είναι πολύ σημαντικό και οι εκπαιδευτικοί να μπορούν να  αναγνωρίζουν και να διακρίνουν τις μορφές του εκφοβισμού του άμεσου (σωματικής ή λεκτικής βίας)  και του έμμεσου εκφοβισμού (κοινωνικής απομόνωσης και αποκλεισμού από την ομάδα), προκειμένου να προβαίνουν στις κατάλληλες ενέργειες (Βασιλείου, 2005).

Ο ρόλος του  Επισκέπτη Υγείας είναι απαραίτητος για την ολοκλήρωση της διεπιστημονικής ομάδας στα προγράμματα Αγωγής Υγείας, στο σχολείο και στην κοινότητα. Ο Επισκέπτης Υγείας, βασιζόμενος στις αρχές της δημόσιας υγείας είναι σε θέση να εντοπίσει πρώιμα εκείνα τα ζητήματα υγείας που ενδέχεται να εξελιχθούν σε προβλήματα ή κινδύνους αν δεν αντιμετωπιστούν εγκαίρως ( Department of Health, 2011). Κατέχοντας πολυδύναμο ρόλο στην ΠΦΥ (Baldwin,2012) είναι ο επαγγελματίας που ασχολείται με όλες τις ηλικιακές ομάδες στην οικογένεια και την κοινότητα κατά τη διαδικασία προαγωγής υγείας τους, τόσο της σωματικής όσο και της ψυχικής στο πλαίσιο της διασφάλισης της δημόσιας υγείας και της μείωσης των ανισοτήτων στην υγεία.(Hemingway, 2012; Cowley, 2010a; Sakellari, 2012). Οι δράσεις αγωγής υγείας χωρίζονται σε δύο επίπεδα: α) το ατομικό - οικογενειακό επίπεδο, στο οποίο περιλαμβάνονται δράσεις όπως οι κατ’ οίκον επισκέψεις, η συμβουλευτική κ.α  και β) το Ομαδικό ή επίπεδο κοινότητας, το οποίο περιλαμβάνει τα προγράμματα αγωγής υγείας, ομάδες στήριξης κ.α. ( Λάγιου & Στοϊκίδου, 2008b). Η εφαρμογή προγραμμάτων Αγωγής υγείας, για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της σχολικής παραβατικότητας και του εκφοβισμού είναι αναγκαία και πρέπει να απευθύνεται στις ομάδες γονιών και εκπαιδευτικών και όχι μόνο στους μαθητές. Για την αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων κατά του εκφοβισμού, έτσι ώστε να υπάρξει ορθή και ολοκληρωμένη παροχή γνώσης, τα προγράμματα δεν πρέπει να είναι περιστασιακά, αλλά να έχουν διάρκεια 1-2 χρόνια και να απευθύνονται σε διάφορα επίπεδα: κοινότητα, οικογένεια, σχολείο, τάξη, ομάδα συνομηλίκων.

Πηγές: Πανελλήνιος Σύλλογος Επισκεπτών Υγείας