Μέχρι πρόσφατα ο αριθμός των ασθενών με πολλαπλή σκλήρυνση στην Ελλάδα προσδιοριζόταν κατά προσέγγιση στους 12.000 με 13.000 ανθρώπους, καθώς δεν είχε γίνει ποτέ κάποια επιδημιολογική μελέτη για τη συγκεκριμένη νόσο σε εθνικό επίπεδο, παρά μόνο ορισμένες περιοχικές.

Η Β' Νευρολογική Κλινική του ΑΠΘ, σε συνεργασία με άλλα ερευνητικά κέντρα της Ελλάδας και του εξωτερικού προχώρησε σε φαρμακοεπιδημιολογική έρευνα, η οποία ανέδειξε πως ο πραγματικός αριθμός των ασθενών είναι σχεδόν διπλάσιος από τον εκτιμώμενο, ξεπερνώντας τους 21.000. Η έρευνα δημοσιεύτηκε σε έγκυρο διεθνές νευρολογικό περιοδικό, ενώ πριν από λίγες μέρες (10/12/2021) έλαβε Βραβείο από την Επιτροπή Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής για τη θεραπεία και την έρευνα στην Πολλαπλή Σκλήρυνση (MENACTRIMS).

Μιλώντας στο iatronet.gr, o διευθυντής της Β' Νευρολογικής Κλινικής του ΑΠΘ, καθηγητής Νευρολογίας, Νίκος Γρηγοριάδης, ανέφερε πως "δεν περιποιεί τιμή για εμάς το γεγονός ότι δεν υπάρχει επιδημιολογική μελέτη για την πολλαπλή σκλήρυνση. Αφενός επειδή είναι μια χρόνια νόσος που αφορά κυρίως τη νεότητα, αφετέρου επειδή ξοδεύονται πάρα πολλά χρήματα για τη θεραπεία της νόσου, γιατί τα φάρμακα που κυκλοφορούν εδώ και 25 χρόνια είναι πάρα πολύ ακριβά".

Τι έδειξε η έρευνα

Οι ερευνητές κατέληξαν στον πραγματικό αριθμό ασθενών μέσα από τα στοιχεία της συνταγογράφησης και τους κωδικούς της συγκεκριμένης νόσου (G-35), με μια συγκεκριμένη μεθοδολογία, με βάση τα μοναδικά ΑΜΚΑ.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης μας, εντοπίστηκαν 21.218 (13.994 ή 65,8% γυναίκες, αναλογία φύλου 1,93:1) μεμονωμένες περιπτώσεις. Η μέση ηλικία ήταν 46,6 ± 13,5. Ο επιπολασμός της περιόδου 2 ετών ήταν 138,7 ανά 100.000 άνδρες και 253,6 ανά 100.000 για τις γυναίκες. Συνολικά, και στα δύο φύλα, ο επιπολασμός περιόδου 2 ετών υπολογίστηκε σε 197,8 ανά 100.000. Υψηλότερος επιπολασμός υπολογίστηκε στην ηλικιακή ομάδα 45-49 ετών, τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες.

Περιπτώσεις ηλικίας κάτω των 18 ετών αντιπροσώπευαν το 0,6% των συνολικών ταυτοποιημένων περιπτώσεων. 

Τα υψηλότερα ποσοστά επιπολασμού παρατηρήθηκαν στην Περιφέρεια Αττικής (263,6 ανά 100.000) ακολουθούμενη από τις περιοχές της Δυτικής Ελλάδας, ενώ η περιοχή της Ροδόπης στη Βόρεια Ελλάδα παρουσίασε τα χαμηλότερα ποσοστά επιπολασμού (84,0 ανά 100.000 ). 

"Τα αποτελέσματά μας σηματοδοτούν την ανάγκη να κάνουμε μια κανονική επιδημιολογική μελέτη για τη νόσο για να έχουμε ακόμη πιο ακριβή στοιχεία", επεσήμανε ο κ. Γρηγοριάδης. Στο πλαίσιο του 8ου Πανελλήνιου Συνεδρίου της Ελληνικής Ακαδημίας Νευροανοσολογίας, που άρχισε την Πέμπτη στη Θεσσαλονίκη, θα γίνει παρουσίαση ενός σημαντικού ερευνητικού προγράμματος που αφορά στη διαδικτύωση των Υπηρεσιών Υγείας για την αποτελεσματικότερη διαχείριση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα άτομα με πολλαπλή σκλήρυνση καθ΄ όλη τη διάρκεια της ζωής τους.

Πολλαπλή σκλήρυνση και COVID-19

Σύμφωνα με τον καθηγητή, είναι συντριπτικό το ποσοστό των ασθενών με πολλαπλή σκλήρυνση που έχουν κάνει το εμβόλιο κατά της COVID-19 λοίμωξης. "Παρά το γεγονός ότι κάποιοι από αυτούς τους ανθρώπους είχαν και ερωτήματα, όχι τόσο αναφορικά με τη νόσο όσο με το φάρμακο και τη θεραπεία που παίρνουν, διότι οι περισσότερες θεραπείες που δίνουμε για την πολλαπλή σκλήρυνση είναι ανοσοτροποποιητικές ή ανοσοκατασταλτικές. Είχαν τα ερωτήματά τους, τους δόθηκαν οι απαντήσεις, και είναι τεράστιο το ποσοστό των ασθενών που εμβολιάστηκαν. Δεν θα βρεις εύκολα ανθρώπους με σθεναρή αντίσταση απέναντι στον εμβολιασμό μεταξύ των ατόμων με πολλαπλή σκλήρυνση", είπε για να προσθέσει: "πρέπει να γίνεται το εμβόλιο γιατί μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να μην υπάρχει η επιθυμητή απάντηση σε τίτλους αντισωμάτων, όμως το ανοσοποιητικό σύστημα δεν μένει ασυγκίνητο απέναντι στο εμβόλιο. Κινητοποιούνται και άλλοι μηχανισμοί, οι οποίοι μάλιστα είναι στην πρώτη γραμμή για να αντιμετωπίσει κανένας μια τέτοια λοίμωξη".

Από τα δεδομένα που υπάρχουν μέχρι και αυτή τη στιγμή, δεν φαίνεται η COVID-19 να έχει διαφορετικό προφίλ στους ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό. "Απλώς ξέρουμε ότι ισχύουν ακριβώς οι ίδιοι επιβαρυντικοί παράγοντες, οι συννοσηρότητες που μπορούν να έχουν όχι καλή εξέλιξη, αλλά ακριβώς όπως συμβαίνει και στον γενικό πληθυσμό. Μία παράμετρος φαίνεται να μπορεί να επηρεάζει ιδιαίτερα την πολλαπλή σκλήρυνση και αυτή είναι το επίπεδο της αναπηρίας. Φαίνεται ότι το υψηλό επίπεδο αναπηρίας μπορεί να είναι ένας επιπρόσθετος επιβαρυντικός παράγοντας", κατέληξε ο κ. Γρηγοριάδης.