Με ανακοίνωσή του, το Σωματείο επισημαίνει τα εξής.

‘’Η πρωτοβουλία του Υφυπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων για την εφαρμογή νέου κανονιστικού πλαισίου για τη λειτουργία των Μονάδων Παιδικής Προστασίας έχει στόχο τον εκσυγχρονισμό τους, σύμφωνα με τα βέλτιστα διεθνή πρότυπα και τη βελτίωση των κτηριακών εγκαταστάσεων, με έμφαση στην «ασφαλή» διαμονή.

Ωστόσο, οι προδιαγραφές αυτές, δεν διασφαλίζουν την υγιή ανάπτυξη των παιδιών και την ομαλή τους μετάβαση στην ενήλικη ζωή. Η πληθώρα των παιδιών που συμβιώνουν σε έναν κοινό χώρο, χωρίς εξατομικευμένη φροντίδα, με εναλλασσόμενους και ακατάλληλους φροντιστές, με τις ολέθριες επιπτώσεις που οι συνθήκες αυτές επιφέρουν στη σωματική, νοητική και ψυχική τους υγεία, δεν αποτρέπονται από οποιεσδήποτε κτηριακές ή άλλες προδιαγραφές, παρά μόνο από την ίδια τη λύση της αποϊδρυματοποίησης και της διαμονής των παιδιών σε οικογένεια, βιολογική ή ανάδοχη.

Είναι σαφές και αυτονόητο ότι όσο τα παιδιά διαβιούν σε ιδρύματα και μέχρι αυτά να σταματήσουν να αποτελούν «λύση» της Πολιτείας, στα πλαίσια της παιδικής προστασίας, τα ιδρύματα θα πρέπει να πληρούν ορισμένες προδιαγραφές. Ωστόσο, αν αναλωθούμε σε συζητήσεις που αφορούν στον εκσυγχρονισμό των δομών παιδικής «προστασίας», χάνουμε το βλέμμα από τον στόχο μας, που δεν είναι άλλος από την αποϊδρυματοποίηση.

Θα πρέπει να ενημερώσουμε την κοινή γνώμη, ότι κανένα ίδρυμα, ακόμη και το πλέον «ιδανικό», δεν μπορεί να αντικαταστήσει την οικογένεια, ακόμη και εάν αυτή δεν είναι υποδειγματική. Υπενθυμίζουμε ότι τα παιδιά που εντάσσονται στα διάφορα συστήματα παιδικής προστασίας, έχουν στην πλειονότητα τους, ζώντες έναν από τους δύο βιολογικούς τους γονείς (σύμφωνα με το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, στην Ελλάδα, το ποσοστό αυτό ξεπερνά το 85%).

Ακριβώς για αυτό, η ενίσχυση του θεσμού της αναδοχής, η ενδυνάμωση των κοινωνικών υπηρεσιών για την παραμονή των παιδιών στα σπίτια και η θέσπιση ενιαίων κριτηρίων για την απομάκρυνση τους από αυτά, αποτελούν πρώτιστη μέριμνα και προϋπόθεση της αποϊδρυματοποίησης των παιδιών, την οποία όλοι ανεξαιρέτως θα πρέπει να υπερασπιζόμαστε για την αποφυγή κάθε είδους δευτερογενούς κακοποίησης των παιδιών.

Το ΕΛΙΖΑ θεωρεί ότι ο χρόνος «συμμόρφωσης» των ιδρυμάτων στις νέες, αυτονόητες μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να είναι τέτοιος που να τα ενθαρρύνει να προετοιμάζονται για την «επόμενη» μέρα της αποϊδρυματοποίησης. Παράλληλα, για τον ίδιο σκοπό, η Πολιτεία θα πρέπει να εργαστεί σκληρά, γενναιόδωρα και μεθοδικά, ολοκληρώνοντας τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις που θα διευκολύνουν στην πράξη τον θεσμό της «επαγγελματικής αναδοχής» και της «επείγουσας αναδοχής», να ενισχύσει τις κοινωνικές υπηρεσίες ώστε να προλαμβάνεται η απομάκρυνση ενός παιδιού από την οικογένεια του αλλά και να εφαρμόζονται πρωτόκολλα και ενιαία κριτήρια που θα διασφαλίζουν ότι έχουν εξαντληθεί όλα τα μέσα για την ενίσχυση της οικογένειας και την παραμονή του παιδιού εντός της, πριν το παιδί δοθεί για αναδοχή, ως η δεύτερη καλύτερη και μοναδική άλλη επιλογή, μετά τη βιολογική οικογένεια. ‘’