Σχεδόν τα δυο τρίτα (64%) των εργαζομένων σε ΜΕΘ του βρετανικού συστήματος υγείας ενδεχομένως εμφάνισαν μια διαταραχή ψυχικής υγείας κατά την άνοδο της COVID-19 τον χειμώνα πέρσι, αναφέρει νέα έρευνα του UCL και του King's College London.

Παρόμοιο ποσοστό προσωπικού δήλωσε ότι η ικανότητα να εκτελεί την εργασία του επλήγη από την ψυχική του κατάσταση.

Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο British Journal of Anaesthesia, κατέληξε ότι η εμφάνιση διαταραχών ψυχικής υγείας στο προσωπικό της ΜΕΘ ήταν πιθανό να επηρεάζει την περίθαλψη των ασθενών και τη μακροπόθεσμη ευεξία του προσωπκού.

Για τις ανάγκες της έρευνας, προσωπικό 56 ΜΕΘ στη Βρετανία απάντησε σε ερωτήσεις για την αξιολόγηση της ψυχικής υγείας και για πιθανή δυσκολία στην ολοκλήρωση καθημερινών υποχρεώσεων.

Ολοκληρώθηκαν 6.080 απαντήσεις πριν την άνοδο της πανδημίας πέρσι τον χεμώνα, κατά τη διάρκεια της ανόδου και έπειτα από αυτήν.

Περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες ήταν νοσηλευτές (57.5%), το  27.9% γιατροί και το 14.5% άλλο υγειονομικό προσωπικό.

Η έρευνα έδειξε ότι κατά την άνοδο της Covid,  το 64% όσων απάντησαν πληρούσαν τα κριτήρια εμφάνισης ψυχικής διαταραχής, όπως κατάθλιψη,  άγχος, επιβλαβή χρήση  αλκοόλ και διαταραχή μετατραυματικού  στρες, ενώ  το 69% ανέφεραν ότι η ικανότητα να κάνουν καθημερινές υποχρεώσεις βλάφτηκε από την ψυχική τους υγεία.

Το 45% όσων απάντησαν πληρούσαν τα κριτήρια για σύνδρομο μετατραυματικού στρες.

Νεότερης ηλικίας, λιγότερο έμπειρο προσωπικό και νοσηλευτικό προσωπικό ήταν πιο πιθανό να πληρούν τα κριτήρια διαταραχής ψυχικής υγείας.

Ο Καθηγητής Kevin Fong, δήλωσε ότι η έρευνα δείχνει την επίδραση της πανδημίας στην ψυχική υγεία και ευεξία του προσωπικού του NHS που εργάζεται σε ΜΕΘ και πως η κλίμακα και η ένταση  των συμπτωμάτων δεν είναι δυνατόν να αγνοηθούν.

Η φτωχή ψυχική υγεία επηρεάζει τα ποσοστά απουσιών και σύμφωνα με τη νέα έρευνα, πιθανόν επηρεάζει την ποιότητα και ασφάλεια της περίθαλψης των ασθενών.

Ο ερευνητής πρόσθεσε ότι η πρόληψη είναι καλύτερη από τη θεραπεία όσον αφορά την ευεξία.

Ο Neil Greenberg, δήλωσε ότι τα αποτελέσματα υπογραμμίζουν την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι το προσωπικό θα μπορεί να βασίζεται σε υποστήριξη από συναδέλφους και προϊσταμένους καθώς και να έχει πρόσβαση σε περίθαλψη αν εμφανίσει πρόβλημα ψυχικής υγείας.

Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι η έρευνα καθαυτή δεν είναι διαγνωστικό εργαλείο και επειδή βασίζεται σε αυτοαναφορές συμπτωμάτων θα πρέπει να θεωρηθεί  ότι δίνει μόνο υπολογισμούς εμφάνισης.

Πηγές:
British Journal of Anaesthesia