Ο σίδηρος ανήκει στην κατηγορία των μετάλλων. Πρόκειται για ένα στοιχείο με εξέχοντα ρόλο  για τον οργανισμό. Είναι βασικό στοιχείο ενζύμων, που μετέχουν σε πολλαπλές βιοχημικές αντιδράσεις, συντελεί στο σχηματισμό των ερυθρών αιμοσφαιρίων και της αιμοσφαιρίνης, ενισχύει τη ζωτικότητα και την ενέργεια, ενώ μειώνει την πνευματική και σωματική κόπωση. Χωρίς επάρκεια σιδήρου, η μεταφορά οξυγόνου στους ιστούς μέσω της αιμοσφαιρίνης καθίσταται δυσχερής.

Παρά τον χρήσιμο ρόλο του στον οργανισμό, το σώμα πρέπει να προστατεύσει τον εαυτό του από τον ελεύθερο σίδηρο, διότι μετέχει σε χημικές αντιδράσεις που παράγουν ελεύθερες ρίζες.Η φερριτίνη είναι μεγάλο, σφαιρικό μόριο που αποθηκεύει σίδηρο μέσα στο κοίλο κέντρο της και αποτελεί μέτρο των αποθεμάτων σιδήρου του οργανισμού.

Η σταθερή αύξηση της φερριτίνης του αίματος, μπορεί να έχει ως αίτιο υποκείμενα νοσήματα και καταστάσεις, που προκαλούν αύξηση του σιδήρου του σώματος, διαταραγμένη διαθεσιμότητα σιδήρου  ή καταστροφή ιστών με πλούσιες αποθήκες και πρέπει πάντοτε να διερευνάται σωστά ιατρικώς. Εξάλλου η υπερβολική εναπόθεση σιδήρου στο σώμα μπορεί να αποτελεί κίνδυνο καθώς μπορεί να αθροιστεί στα όργανα (καρδιά, συκώτι, όρχεις) και στις αρθρώσεις, οδηγώντας σε πιο σοβαρά προβλήματα. Στον αντίποδα, η χαμηλή φερριτίνη είναι μία από τις συχνότερες αιτίες εμφάνισης ατονίας, αδυναμίας στα πόδια, δυσκολίας αναπνοής, κόπωσης αλλοιώσεων δέρματος, ονύχων, μαλλιών.

Ένα σύνηθες ωστόσο λάθος που γίνεται κατά τη διενέργεια checkup σε ανθρώπους που θέλουν να εξετάσουν εάν το σώμα τους έχει αρκετά αποθέματα σιδήρου είναι η διενέργεια της εξέτασης της φερριτίνης σε περιόδους νόσησης από ιώσεις, γαστρεντερίτιδες ή κρυολογήματα.

Ωστόσο η επίθεση των παθογόνων μικροοργανισμών ενεργοποιεί μια ποικιλία μηχανισμών άμυνας στον άνθρωπο. Οι μηχανισμοί άμυνας, κατά την επίθεση των ιών, περιλαμβάνουν την ενεργοποίηση των οδών ανακατανομής σιδήρου από φλεγμονώδεις μεσολαβητές. Έτσι ο οργανισμός αυξάνει την αποθήκευση σιδήρου με τη μορφή  φερριτίνης, ώστε να προαχθεί η απόσυρση του σιδήρου από την κυκλοφορία και η αποτροπή της χρησιμοποίησής του από τον παθογόνο μικροοργανισμό για πολλαπλασιασμό και μεταβολικές λειτουργίες. Η φλεγμονώδης αντίδραση μπορεί επιπροσθέτως να οδηγήσει σε βλάβη των ιστών λόγω οξειδωτικού στρες και η φερριτίνη δρα ρυθμιστικά  αποτρέποντας την καταστροφή τους.Η φερριτίνη μπορεί να ενεργοποιήσει τα μακροφάγα,που αποτελούν κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, μετέχοντας ενεργά στην ενδογενή ανοσία. Σε ορισμένες περιπτώσεις σοβαρών λοιμώξεων ή σήψη, η φερριτίνη αυξάνεται θεαματικά χωρίς να υπάρχει παράλληλα άθροιση στο συνολικό σίδηρο του σώματος.  Σε περιπτώσεις χρόνιας φλεγμονής (π.χ. χρόνιες λοιμώξεις), εκλύονται φλεγμονώδεις παράγοντες (π.χ. κυτταροκίνες), οι οποίες δρουν στον κύκλο του σιδήρου, με αποτέλεσμα την αύξηση της φρεριτίνης και τη μείωση του σιδήρου.

Εν κατακλείδι, η εκτίμηση των αποθεμάτων σιδήρου του σώματος κατά τη διάρκεια οξέων λοιμώξεων είναι πολλές φορές αναξιόπιστη.