Τα παιδιά ανθρώπων που φτάνουν περίπου στην ηλικία των 100 ετών έχουν μοτίβα γενετικής έκφρασης παρόμοια με τους γονείς τους και είναι λιγότερο αδύναμα.

Παιδιά ανθρώπων που έφτασαν τα 100 έχουν μοναδικό γενετικό προφίλ, που ενδεχομένως σε αυτό μπορεί να οφείλεται το ότι είναι λιγότερο αδύναμα από παιδιά ίδιας ηλικίας, ανθρώπων που δεν έφτασαν τα 100.

Αυτό έδειξε έρευνα των Health Research Institute (INCLIVA), University of Valencia (UV), και Spanish CIBER Consortium on Frailty and Healthy Ageing (CIBERFES), που δημοσιεύτηκε στο The Journals of Gerontology.

Όσοι φτάνουν περίπου στην ηλικία των 100 ετών έχουν ακραία μακροζωία και συμπίεση της νοσηρότητας  καθώς και μοναδική γενετική υπογραφή -και τα παιδιά τους φαίνεται να κληρονομούν τη συμπίεση της νοσηρότητας, όπως μετράται από χαμηλότερα ποσοστά παθολογιών σχετικών με την ηλικία.

Στην έρευνα περιλήφθηκαν 63 άνθρωποι ηλικίας περίπου 100 ετών, 88 από  τα παιδιά τους και 88 παιδιά ανθρώπων που δεν έφτασαν σε τόσο μεγάλη ηλικία. Οι συμμετέχοντες ήταν μεταξύ 65 και 80 ετών, είχαν γονείς πάνω από 97 ετών (εν ζωή) και δεν έπασχαν από ανίατες νόσους. Χρησιμοποιήθηκε το The Fried Frailty Criteria για την αξιολόγηση της ευθραυστότητας.

Ο Consuelo Borrás δήλωσε ότι τα ευρήματα δείχνουν πως τα παιδιά όσων φτάνουν τα 100 έχουν λιγότερη ευθραυστότητα από παιδιά ίδιας ηλικίας, ανθρώπων που δεν έφτασαν τα 100. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί από το μοναδικό γενετικό τους προφίλ.