Την ώρα που η ανθεκτικότητα των μικροβίων αυξάνεται, η ανθρωπότητα ξεμένει από αντιβιοτικά. Οι εταιρείες διστάζουν να επενδύσουν σε ανάπτυξη νέων σκευασμάτων, καθώς η έρευνα έχει υψηλά κόστη, η κάλυψη των οποίων είναι αμφίβολη.

Οι βακτηριοφάγοι που σκοτώνουν βακτήρια χρησιμοποιούνται τώρα σε ορισμένες δύσκολες ιατρικές περιπτώσεις. Πρόκειται για ιούς που αναγνωρίζουν πολύ συγκεκριμένα στελέχη ενός συγκεκριμένου τύπου βακτηρίων, τα μολύνουν και τελικά τα καταστρέφουν. Στο απώτερο μέλλον, μπορεί να είναι διαθέσιμοι για ευρεία χρήση.

"Τα αντιβιοτικά ερευνούνταν σε όλες τις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες", ανέφερε πρόσφατα στο συνέδριο "Scheele" στο Warnemünde της Γερμανίας, η δρ Ulrike Holzgrabe, ανώτερη καθηγήτρια φαρμακευτικής χημείας στο Πανεπιστήμιο του Würzburg. Σήμερα, σχεδόν όλες οι μεγάλες εταιρείες έχουν αποσυρθεί από αυτόν τον τομέα.

Αν και εξακολουθούν να γίνονται πολλές έρευνες στα πανεπιστήμια, είπε, υπάρχει έλλειψη χρηματοδότησης για την προηγμένη προκλινική φάση καθώς και για τις ακόμη πιο δαπανηρές κλινικές δοκιμές.

"Όταν έχετε πραγματικά ένα νέο αντιβιοτικό έτοιμο για λανσάρισμα στην αγορά, έχετε επενδύσει περίπου ένα δισεκατομμύριο ευρώ και μπορεί να χρησιμοποιηθεί εντούτοις μόνο σε περιορισμένο βαθμό - είναι αυνόητο και δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η φαρμακοβιομηχανία δεν θέλει πλέον να αναπτύσσει αντιβιοτικά", εξήγησε η Holzgrabe, η οποία η ίδια εστιάζει την έρευνά της στα αντιμολυσματικά.

Σύμφωνα με την Ένωση Φαρμακευτικών Εταιρειών που βασίζονται στην έρευνα (vfa), δώδεκα νέες ουσίες έχουν κυκλοφορήσει στην αγορά την τελευταία δεκαετία. Ωστόσο, σύμφωνα με την Holzgrabe, πρόκειται σχεδόν αποκλειστικά για μετεξελίξεις και τροποποιήσεις ήδη υπαρχόντων. 

Το γεγονός ότι ολοένα και λιγότερα αντιβιοτικά βγαίνουν στην αγορά αλλά και τους λόγους για αυτό, εξηγεί ο ίδιος ο πρόεδρος της vfa ("Verband der forschenden Pharma-Unternehmen") Han Steutel, ο οποίος σημείωσε πριν από μερικές ημέρες χαρακτηριστικά, ότι με το σημερινό εύρος της ανάπτυξης αντιβιοτικών, οι εταιρείες του φαρμακευτικού και βιοτεχνολογικού τομέα φτάνουν στα όρια του οικονομικά δικαιολογημένου για αυτές - και αρκετές έχουν ήδη αναγκαστεί να τα παρατήσουν.

Η κατάσταση είναι παρόμοια με τα αντιβιοτικά στην κλινική φάση. Σημαντικά περισσότερη διάθεση νέων προϊόντων σε αυτόν τον τομέα θα καταστεί δυνατή μόνο όταν βελτιωθούν οι συνθήκες της αγοράς, είπε ο Steutel.

Οι φαρμακευτικές εταιρείες αναπτύσσουν νέα αντιβιοτικά κατά των πολυανθεκτικών μικροβίων. Όμως τα νέα αντιβιοτικά είναι πολύ λίγα για να ξεφύγουν από το πρόβλημα της αντίστασης μακροπρόθεσμα. Ο λόγος είναι ότι, παρόλο που τα συστήματα υγείας των βιομηχανικών χωρών θέλουν να χρησιμοποιούν αντιβιοτικά που καταπολεμούν την ανθεκτικότητα, όταν είναι απαραίτητο, δεν συμβάλλουν σχεδόν καθόλου οικονομικά σε αυτή την "ανθεκτικότητα".

Να σημειωθεί, τέλος, ότι στις 17 Νοεμβρίου 2021, είκοσι εθνικοί και διεθνείς οργανισμοί από τον ακαδημαϊκό χώρο, την ιατρική, τη φαρμακοβιομηχανία και την παγκόσμια υγεία απηύθυναν έκκληση στις κυβερνήσεις των χωρών της G7 να εντείνουν τις προσπάθειές τους για την αντιμετώπιση του προβλήματος της αυξανόμενης αντοχής στα αντιβιοτικά.

Η κοινή δήλωσή τους σχετικά με την "ενίσχυση του αγωγού Ε&Α για τα αντιβιοτικά μέσω της ανταμοιβής της καινοτομίας" τονίζει ότι μόνο μια προσέγγιση που περιλαμβάνει τόσο τον δημόσιο όσο και τον ιδιωτικό τομέα είναι ελπιδοφόρα.