Η βλεφαροπλαστική είναι η πιο δημοφιλής αισθητική επέμβαση στον κόσμο, καθώς οι ενήλικοι που υποβάλλονται σε αυτήν αυξάνονται διαρκώς. Υπολογίζεται ότι το 2024 έγιναν 2,1 εκατομμύρια βλεφαροπλαστικές σε όλο τον κόσμο, σε άνδρες και γυναίκες που θέλησαν να βελτιώσουν την εμφάνιση των βλεφάρων τους.
Η επέμβαση περιλαμβάνει την προσεκτική και εξατομικευμένη αφαίρεση ή αναδιανομή πλεονάζοντος ή χαλαρού δέρματος, λίπους ή μυός από το άνω βλέφαρο, το κάτω βλέφαρο ή και τα δύο. Είναι μία πολύ ασφαλής και αποτελεσματική επέμβαση, που όμως απαιτεί εμπειρία και άριστη γνώση της ανατομίας του ματιού και της περιοφθάλμιας περιοχής.
«Η βλεφαροπλαστική έχει ως στόχο να προσδώσει πιο νεανική και ξεκούραστη εμφάνιση στα μάτια. Μολονότι είναι μία κυρίως αισθητική επέμβαση, μπορεί να βελτιώσει και το οπτικό πεδίο όταν το παρεμποδίζει η πτώση ή η χαλάρωση των βλεφάρων. Η ανάγκη για βλεφαροπλαστική συνήθως είναι εντονότερη στις μεγάλες ηλικίες, αλλά ακόμα και ένα παιδί μπορεί να γεννηθεί με πτώση βλεφάρου που χρειάζεται χειρουργική διόρθωση», αναφέρει ο δρ Γιώργος Χαρώνης, Χειρουργός Οφθαλμίατρος.
Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι περισσότερες βλεφαροπλαστικές γίνονται σε άτομα ηλικίας άνω των 40 ετών. Η φυσική γήρανση του δέρματος με την πάροδο του χρόνου οδηγεί σε απώλεια της ελαστικότητάς του. Η μειωμένη ελαστικότητα, σε συνδυασμό με τη συνεχή επίδραση της βαρύτητας, οδηγεί σε συσσώρευση δέρματος στα άνω βλέφαρα. Αντίστοιχα, στα κάτω βλέφαρα με τη γήρανση γίνεται εμφανής η μετάβαση από το κάτω βλέφαρο στην παρειά με τη δημιουργία σακούλας και βαθιάς αύλακας (tear trough deformity).
Η βλεφαροπλαστική συνήθως γίνεται με τοπική αναισθησία και χωρίς παραμονή στο νοσοκομείο. Όταν εκτελείται στα άνω βλέφαρα, ο χειρουργός οφθαλμίατρος στοχεύει στην επανατοποθέτηση των ιστών στην ενδεδειγμένη ανατομική τους θέση, με πολύ προσεκτική και στοχευμένη αφαίρεση του πλεονάζοντος ιστού.
Ωστόσο η βλεφαροπλαστική των κάτω βλεφάρων αποτελεί συχνά πρόκληση, ακόμα και για τον πιο εξειδικευμένο αισθητικό χειρουργό των βλεφάρων. «Η επίδραση της βαρύτητας και η συρρίκνωση των υποδόριων ιστών είναι πολλοί σημαντικοί παράγοντες γήρανσης στα κάτω βλέφαρα. Μόνο η απόλυτα εξατομικευμένη προσέγγιση μπορεί να προσφέρει αξιόπιστες και ασφαλείς λύσεις. Οι παλαιότερες τεχνικές βλεφαροπλαστικής βασίζονταν σε αφαίρεση δέρματος και λίπους μέσω εξωτερικών τομών στα κάτω βλέφαρα και έδιναν αφύσικο αποτέλεσμα, με συχνά προβλήματα στη θέση των κάτω βλεφάρων και στη λειτουργία του ματιού. Οι σύγχρονες τεχνικές βλεφαροπλαστικής στοχεύουν στην ανόρθωση και στήριξη του κάτω βλεφάρου και στην αναδιανομή του λίπους, χωρίς να αλλάξει καθόλου το σχήμα και η γωνία των βλεφάρων», επισημαίνει ο δρ Χαρώνης.
Οι καταλληλότεροι υποψήφιοι για βλεφαροπλαστική είναι σε γενικές γραμμές άτομα ηλικίας τουλάχιστον 30 ετών, που έχουν καλή κατάσταση υγείας και δεν πάσχουν από χρόνιες οφθαλμοπάθειες. Όσοι έχουν προβλήματα, όπως το γλαύκωμα, η ξηροφθαλμία ή η αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, πρέπει να ενημερώνουν τον οφθαλμίατρό τους για την επιθυμία τους να κάνουν βλεφαροπλαστική, ώστε να ληφθεί εξατομικευμένη απόφαση για το πώς θα προχωρήσουν.
Απαραίτητη είναι η προεγχειρητική ενημέρωση του χειρουργού οφθαλμιάτρου και για τυχόν ιστορικό θυρεοειδοπάθειας (π.χ. υποθυρεοειδισμού ή υπερθυρεοειδισμού, νόσου Graves), υπέρτασης, καρδιαγγειακού προβλήματος ή σακχαρώδους διαβήτη.
Οι υποψήφιοι για βλεφαροπλαστική πρέπει επίσης να έχουν ρεαλιστικές προσδοκίες από την επέμβαση. «Σαφώς και μπορεί να βελτιώσει την εμφάνιση των ματιών τους, αλλά δεν πρέπει να υπάρχουν μη ρεαλιστικές προσδοκίες. Πολλοί άνθρωποι έχουν βλέφαρα με εμφανή ασυμμετρία. Τα ασύμμετρα χαρακτηριστικά εμφανίζονται κατά τα πρώιμα στάδια της ανάπτυξης του ανθρώπου και η βλεφαροπλαστική δεν μπορεί να αλλάξει σε μεγάλο βαθμό τα χαρακτηριστικά αυτά. Επομένως, οι υποψήφιοι πρέπει να συζητούν για τις προσδοκίες τους με τον χειρουργό τους», τονίζει ο ειδικός.
Πριν από την επέμβαση, ο οφθαλμίατρος θα πραγματοποιήσει πλήρη έλεγχο της όρασης, θα ενημερώσει τον ενδιαφερόμενο για τους πολύ σπάνιους αλλά υπαρκτούς δυνητικούς κινδύνους (π.χ. μια μετεγχειρητική λοίμωξη ή ξηροφθαλμία) και θα λάβει φωτογραφίες των ματιών.
Ο υποψήφιος πρέπει επίσης να τον ενημερώσει για όλα τα φάρμακα (συνταγογραφούμενα ή μη) που παίρνει, τις βιταμίνες και τα συμπληρώματα. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να γνωρίζει ο οφθαλμίατρος εβδομάδες πριν από το χειρουργείο εάν ο υποψήφιος για την επέμβαση παίρνει ασπιρίνη ή άλλα (αντιπηκτικά) φάρμακα, καθώς και αν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα αλλεργίας ή με την πηκτικότητα του αίματός του.
Η βλεφαροπλαστική γενικά είναι ανώδυνη, αλλά μπορεί να προκαλέσει κάποια ήπια ενόχληση την ημέρα της επέμβασης και ύστερα οίδημα και μώλωπες (μελανιές) που διαρκούν για κάποιο διάστημα. Οι περισσότεροι χειρουργημένοι ασθενείς νιώθουν άνετα να εμφανισθούν δημοσίως σε 10-14 ημέρες. Μπορεί όμως να χρειασθούν ένας-δύο μήνες έως ότου αναρρώσουν πλήρως, αναλόγως και με την έκταση της επέμβασης.
Στη διάρκεια της ανάρρωσης, μπορεί να χρειασθούν αντιβιοτική αλοιφή και ψυχρά επιθέματα για να καταπραϋνθεί το οίδημα. Ο γιατρός θα παράσχει λεπτομερείς οδηγίες για τη φροντίδα των ματιών, τα φάρμακα που θα συμβάλλουν στην επούλωση και τη συχνότητα των επανελέγχων.
«Η βλεφαροπλαστική δεν μπορεί να σταματήσει τη γήρανση των ματιών. Μπορεί όμως να γυρίσει τον χρόνο πίσω. Τα αποτελέσματά της διαρκούν συνήθως πολύ καιρό. Σε κάθε περίπτωση, ο εξειδικευμένος οφθαλμίατρος στη χειρουργική των βλεφάρων γνωρίζει πολύ καλά την ανατομία του ματιού και της περιοφθάλμιας περιοχής και προκειμένου να επιτευχθεί το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα», καταλήγει ο δρ Χαρώνης.
Ειδήσεις υγείας σήμερα
Στο Ηράκλειο Κρήτης ταξιδεύει η πιλοτική εφαρμογή του Health-IQ
Μη επεμβατική διάγνωση της φυματίωσης με προστατευτικές μάσκες
Η μεγάλη χρήση αντιβιοτικών βλάπτει την ψυχική υγεία [μελέτη]