Η λιστερίωση επανέρχεται στο προσκήνιο της Δημόσιας Υγείας στην Ευρώπη, καθώς καταγράφεται σταθερή αύξηση των κρουσμάτων με υψηλή βαρύτητα και θνητότητα.

Τα πρόσφατα δεδομένα, τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και στη χώρα μας, αναδεικνύουν την ανάγκη για ενισχυμένη επιτήρηση, πρόληψη και στοχευμένη προστασία των ευπαθών ομάδων, στο πλαίσιο της Ενιαίας Υγείας.

Τα παραπάνω αναφέρονται στο Ενημερωτικό Δελτίο του ΕΟΔΥ, στο οποίο επισημαίνονται αναλυτικά τα ακόλουθα:

Τι είναι η λιστερίωση

Η λιστερίωση είναι μία βακτηριακή λοίμωξη που προκαλείται από το gram-θετικό βακτήριο Listeria monocytogenes, το οποίο ανήκει στην οικογένεια των Listeriaceae. Η μόλυνση στον άνθρωπο προκαλείται κατά κύριο λόγο (σε ποσοστό 95%) από τους ορότυπους 1/2a, 1/2b και 4b.

Κύρια κλινικά χαρακτηριστικά και βαρύτητα

Η λοίμωξη συνήθως προκαλεί διεισδυτική νόσο. Στους ηλικιωμένους και τα ανοσοκατεσταλμένα άτομα η διεισδυτική νόσος εκδηλώνεται ως σηψαιμία ή μηνιγγίτιδα. Στην περίπτωση της μηνιγγίτιδας εμφανίζονται συμπτώματα, όπως κεφαλαλγία, δυσκαμψία του αυχένα, σύγχυση, έλλειψη ισορροπίας ή σπασμοί. Σε υγιείς ενήλικες η νόσος μπορεί να είναι ασυμπτωματική ή να προκαλεί συμπτώματα γαστρεντερίτιδας, όπως ναυτία, διάρροια με πυρετό.

Οι έγκυες γυναίκες, οι οποίες έχουν 13 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να νοσήσουν από λιστερίωση σε σχέση με τους υπόλοιπους υγιείς ενήλικες, εμφανίζουν συνήθως ήπια συμπτώματα και μη ειδικά όπως πυρετό, κεφαλαλγία, μυαλγία ή συμπτώματα γαστρεντερίτιδας. Ανάλογα µε την ηλικία της κύησης, η μόλυνση της μητέρας είναι δυνατό να οδηγήσει σε αποβολή, θνησιγένεια, πρόωρο τοκετό ή σε σοβαρή λοίμωξη του νεογνού. Στα νεογνά η λοίμωξη εκδηλώνεται ως σηψαιμία ή μηνιγγίτιδα και η θνητότητα είναι 20%-30%, ενώ ανέρχεται στο 50% όταν τα συμπτώματα εκδηλώνονται τις τέσσερις πρώτες ημέρες μετά τη γέννηση. Λιγότερο από 20% των κλινικών περιπτώσεων συνδέονται με την εγκυμοσύνη.

Στον γενικό πληθυσμό η θνητότητα της νόσου ποικίλει ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του ατόμου φτάνοντας στο 20%.

Θεραπεία

Η θεραπευτική αντιμετώπιση της λιστερίωσης περιλαμβάνει τη χορήγηση αντιβιοτικών για διάστημα που εξαρτάται από την εντόπιση της νόσου. Το θεραπευτικό σχήμα περιλαμβάνει την ενδοφλέβια χορήγηση πενικιλλίνης ή αμπικιλλίνης, ενώ συχνά στο θεραπευτικό σχήμα προστίθεται και κάποια αμινογλυκοσίδη (π.χ. γενταμυκίνη).

Μέθοδοι εργαστηριακής διάγνωσης

Η εργαστηριακή διάγνωση επιβεβαιώνεται με την απομόνωση του παθογόνου στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, στο αίμα (σε περίπτωση συμμετοχής από το νευρικό σύστημα), στο αμνιακό υγρό/πλακούντα ή σε εμβρυϊκό ιστό (σε περίπτωση κύησης) και σε άλλα σημεία όπου μπορεί να αναπτυχθεί το παθογόνο. Η λήψη δείγματος κοπράνων για καλλιέργεια δεν συστήνεται.

Τα τελευταία έτη χρησιμοποιούνται ολοένα και περισσότερο τεχνικές αλληλούχισης του ολικού γονιδιώματος (WGS-Whole Genome Sequencing), που συμβάλλουν σημαντικά στην επιτήρηση του βακτηρίου και στη διερεύνηση των επιδημιών του νοσήματος.

Επιδημιολογικά δεδομένα

Στην Ευρώπη, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση για την Ενιαία Υγεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (European Food Safety Authority- EFSA) και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (European Centre for  Disease Prevention and Control-ECDC) το 2024 η λιστερίωση ήταν το τέταρτο σε συχνότητα δηλούμενο νόσημα  με το υψηλότερο ποσοστό νοσηλειών και τη μεγαλύτερη θνητότητα.

Η αυξητική τάση στη δηλούμενη επίπτωση της λιστερίωσης, πιθανόν να αντικατοπτρίζει έναν συνδυασμό παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων: α) των δημογραφικών αλλαγών και συγκεκριμένα της γήρανσης του πληθυσμού β) των μεταβαλλόμενων διατροφικών συνηθειών, όπως η αυξανόμενη κατανάλωση προμαγειρεμένων και προσυσκευασμένων τροφίμων που δεν απαιτούν περαιτέρω προετοιμασία/μαγείρεμα πριν την κατανάλωσή τους (ready-to-eat products), καθώς και γ) των μη ορθών πρακτικών χειρισμού και αποθήκευσης τροφίμων. Περίπου επτά στα δέκα άτομα που μολύνθηκαν από Listeria χρειάστηκαν νοσηλεία, ενώ ένα στα δώδεκα κατέληξε.

Στην Ελλάδα η επιτήρηση του νοσήματος, μέσω του Συστήματος Υποχρεωτικής Δήλωσης Νοσημάτων (ΣΥΔΝ) ξεκίνησε το 2004. Την περίοδο 2004-2024 δηλώθηκαν 292 κρούσματα του νοσήματος. Ο μέσος ετήσιος αριθμός των κρουσμάτων ήταν 13,9 (τυπική απόκλιση: 9). Η μέση ετήσια δηλούμενη επίπτωση ήταν 1,29 (τυπική απόκλιση: 0,9) κρούσματα ανά 1.000.000 πληθυσμού. Tα έτη 2015 και 2023 παρατηρήθηκε αύξηση των δηλωθέντων κρουσμάτων λιστερίωσης (3 κρούσματα/1.000.000 πληθυσμού και τα δύο έτη). Το νόσημα παρουσίασε υψηλότερη συχνότητα δήλωσης στην ηλικιακή ομάδα 65 έτη και άνω. Ποσοστό μεγαλύτερο του 50% των δηλωθέντων κρουσμάτων αφορούσε σε ανοσοκατεσταλμένα άτομα, ενώ η θνητότητα του νοσήματος ήταν 23,3%. Σύμφωνα με τα προσωρινά δεδομένα, το 2025 δηλώθηκαν 21 κρούσματα λιστερίωσης.

Η αύξηση που σημειώθηκε τα έτη 2015 και 2023 συνέβαλε στην ενίσχυση της συνεργασίας των εμπλεκόμενων φορέων με στόχο την έγκαιρη ανίχνευση κρουσμάτων και συρροών για  την λήψη μέτρων , που αποβλέπουν  στην προστασία της δημόσιας υγείας.

Μέτρα πρόληψης

Η πρόληψη της λιστερίωσης απαιτεί την εφαρμογή πολλών μέτρων, παρόμοιων με εκείνων που λαμβάνονται για την πρόληψη άλλων τροφιμογενών νοσημάτων. Ωστόσο, για τη διασφάλιση της ασφάλειας των τροφίμων, απαιτείται η λήψη πρόσθετων μέτρων, όπως η αποφυγή κατανάλωσης συγκεκριμένων τροφίμων, καθώς και η ορθή προετοιμασία και αποθήκευση των τροφίμων, που είναι ιδιαίτερα σημαντικά για τις ομάδες υψηλού κινδύνου για την εμφάνιση διεισδυτικής λιστερίωσης, όπως οι έγκυες γυναίκες, οι ηλικιωμένοι και τα ανοσοκατεσταλμένα άτομα.

  1. Τα άτομα που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου συστήνεται να μην καταναλώνουν μη παστεριωμένο γάλα ή μαλακά τυριά που παράγονται από μη παστεριωμένο γάλα. Επίσης, δεν συστήνεται η κατανάλωση προμαγειρεμένων και προσυσκευασμένων τροφίμων που δεν απαιτούν περαιτέρω προετοιμασία/μαγείρεμα πριν την κατανάλωσή τους (ready-to-eat products), hot dogs και άλλων επεξεργασμένων προϊόντων κρέατος ή υπολειμμάτων τροφίμων, εκτός εάν αυτά θερμανθούν έως ότου παραχθεί καυτός ατμός. Επιπλέον, θα πρέπει να αποφεύγεται η κατανάλωση καπνιστών θαλασσινών που διατηρούνται στο ψυγείο, εκτός εάν αποτελούν μέρος πλήρως μαγειρεμένου και ζεστού γεύματος ή εάν πρόκειται για κονσερβοποιημένα ή προϊόντα που διατηρούνται σε θερμοκρασία περιβάλλοντος.
  2. Τα ωμά λαχανικά πρέπει να πλένονται σχολαστικά πριν από την κατανάλωση και να φυλάσσονται ξεχωριστά από τα ωμά τρόφιμα ζωικής προέλευσης. Τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης πρέπει να μαγειρεύονται επαρκώς. Επιπλέον, είναι απαραίτητο το σχολαστικό πλύσιμο των χεριών, των εργαλείων και των επιφανειών κοπής μετά τον χειρισμό ωμών τροφίμων.
  3. Συστήνεται η χρήση θερμομέτρου για την επιβεβαίωση ότι η θερμοκρασία του ψυγείου είναι ≤4°C και της κατάψυξης ≤−18°C.
  4. Οι παραγωγοί τροφίμων οφείλουν να διασφαλίζουν την ασφάλεια όλων των τροφίμων ζωικής προέλευσης. Συγκεκριμένα, πρέπει να εφαρμόζουν τη μέθοδο της παστερίωσης σε όλα τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τη μέθοδο της ενδεδειγμένης ακτινοβολίας  στα μαλακά τυριά μετά την ωρίμανσή τους, όπου αυτό είναι εφικτό. Επιπλέον, συστήνεται η χρήση αναστολέων μικροβιακής ανάπτυξης στα επεξεργασμένα προϊόντα κρέατος, όταν αυτό είναι εφικτό και η εφαρμογή των αρχών του συστήματος HACCP, καθώς και των διαδικασιών παρακολούθησης (λήψη δειγμάτων επιφανειών, εξοπλισμού κτλ).
  5. Τα επεξεργασμένα, τα ready-to-eat products και τα ωμά τρόφιμα, στα οποία διαπιστώνεται ότι έχουν μολυνθεί με Listeria monocytogenes (π.χ. στο πλαίσιο της συστηματικής επιτήρησης αλλά και των έκτακτων ελέγχων), θα πρέπει να αποσύρονται άμεσα από την αγορά.
  6. Θα πρέπει να αποφεύγεται η χρήση ακατέργαστης κοπριάς στις καλλιέργειες λαχανικών.
  7. Οι κτηνίατροι και οι αγρότες οφείλουν να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα προστασίας κατά τον χειρισμό ασθενών ή νεκρών ζώων, καθώς και κατά τον χειρισμό αποβολών εμβρύων, ιδίως προβάτων που απεβίωσαν από εγκεφαλίτιδα. Οι ομάδες υψηλού κινδύνου θα πρέπει να αποφεύγουν την επαφή με δυνητικά μολυσματικά υλικά.

Συμπερασματικά, η προστασία των ευπαθών ομάδων όπως είναι οι ηλικιωμένοι, οι έγκυες και τα ανοσοκατεσταλμένα άτομα απαιτεί συστηματική επιτήρηση, παραγωγή ασφαλών τροφίμων και τήρηση κανόνων υγιεινής στο οικιακό περιβάλλον.

Η συνεργασία των αρμόδιων φορέων για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων και την ασφάλεια των τροφίμων αναδεικνύεται ως ο ακρογωνιαίος λίθος στη λήψη αποτελεσματικών μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας υπό το πλαίσιο της Ενιαίας Υγείας.

Πηγές:
Ενημερωτικό Δελτίο ΕΟΔΥ

Ειδήσεις υγείας σήμερα
ΕΟΔΥ: 9 θάνατοι ασθενών με γρίπη και 7 με CoViD - Σημαντική αύξηση RSV
Η μεσογειακή διατροφή προστατεύει από το εγκεφαλικό επεισόδιο [μελέτη]
Τι είναι η χρόνια ημικρανία;