Ασθενείς που διακόπτουν τις ενέσεις για απώλεια βάρους παίρνουν ξανά κιλά σχετικά γρήγορα. Ωστόσο, σύμφωνα με νέα μελέτη, ενδέχεται να διατηρείται μακροπρόθεσμα περίπου το ένα τέταρτο της απώλειας βάρους. Ένα χρόνο μετά τη διακοπή της θεραπείας, κατά μέσο όρο έχει επανέλθει ήδη το 60% των κιλών που χάθηκαν, αναφέρει ερευνητική ομάδα στο επιστημονικό περιοδικό "EClinicalMedicine".

Η ομάδα του Brajan Budini από το University of Cambridge ανέλυσε έξι μελέτες που αφορούσαν φάρμακα της κατηγορίας των αγωνιστών του υποδοχέα GLP-1, με συνολικά 3.236 συμμετέχοντες. Σε τρεις από τις μελέτες εξετάστηκε η δραστική ουσία Semaglutide, η οποία περιέχεται στα σκευάσματα Ozempic και Wegovy.

Το Ozempic έχει εγκριθεί κυρίως για τη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2, ενώ το Wegovy για ορισμένες μορφές παχυσαρκίας. Σε δύο μελέτες χρησιμοποιήθηκε η ουσία Tirzepatide και σε μία η Liraglutide.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι ασθενείς που διακόπτουν τα συγκεκριμένα φάρμακα παίρνουν αρχικά γρήγορα βάρος και στη συνέχεια πιο αργά. Το τελικό σημείο ενδέχεται να φτάνει περίπου στο 75% της απώλειας βάρους που είχε επιτευχθεί, αν και αυτό βασίζεται σε θεωρητικούς υπολογισμούς, καθώς δεν υπάρχουν ακόμη πραγματικά μακροχρόνια δεδομένα.

Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι περίπου οι μισοί από όσους ξεκινούν θεραπεία με ενέσιμα φάρμακα αδυνατίσματος τη διακόπτουν πρόωρα. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι πιθανότατα θα πρέπει να συνεχίζεται για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα — ίσως και εφ’ όρου ζωής — ώστε να διατηρηθεί το αποτέλεσμα. "Η θεραπεία συχνά διακόπτεται λόγω παρενεργειών από το γαστρεντερικό σύστημα, οικονομικών δυσκολιών ή περιορισμένης πρόσβασης μέσω των ασφαλιστικών συστημάτων και των κανονισμών συνταγογράφησης", σημειώνουν οι ερευνητές.

Στις μελέτες που αναλύθηκαν, το μέσο αρχικό βάρος των συμμετεχόντων κυμαινόταν μεταξύ 104 και 112 κιλών. Με τη χρήση της σεμαγλουτίδης οι συμμετέχοντες έχασαν κατά μέσο όρο περίπου 11% έως 17% του σωματικού τους βάρους, ενώ με την τιρζεπατίδη η απώλεια έφτασε το 15% έως 23%, αλλά σε σημαντικά μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, που ξεπερνούσε τα τρία χρόνια.

Παρά τις διαφορές στη διάρκεια θεραπείας, τη δοσολογία και το συνολικό ποσοστό απώλειας βάρους, η αύξηση των κιλών μετά τη διακοπή της θεραπείας παρουσίασε παρόμοια πορεία σε όλες τις μελέτες.

Μετά από 52 εβδομάδες, κατά μέσο όρο είχε επιστρέψει το 60% του χαμένου βάρους. Αν η τάση αυτή συνεχιστεί, οι υπολογισμοί δείχνουν ότι η αύξηση θα μπορούσε να σταθεροποιηθεί γύρω στο 75%, χωρίς όμως να είναι ακόμη σαφές αν αυτό συμβαίνει και στην πράξη.

Οι ερευνητές επισημαίνουν επίσης ότι βρίσκονται σε εξέλιξη νέες μελέτες, στις οποίες, μετά την επίτευξη του επιθυμητού βάρους, η δόση των φαρμάκων μειώνεται σταδιακά ώστε οι ασθενείς να διατηρούν το βάρος τους. Η στρατηγική αυτή ενδέχεται να βελτιώσει τη μακροχρόνια ανεκτικότητα της θεραπείας, αλλά ίσως να μην επιτρέπει την πλήρη διακοπή της.

Παράλληλα, έρευνα του Beijing University People's Hospital έδειξε ότι όσο μεγαλύτερη είναι η απώλεια βάρους, τόσο πιο έντονη μπορεί να είναι η επαναπρόσληψη κιλών μετά τη διακοπή της θεραπείας — ακόμη και όταν οι ασθενείς ακολουθούν προγράμματα αλλαγής τρόπου ζωής, όπως βελτίωση της διατροφής και αύξηση της φυσικής δραστηριότητας.

Παρόμοιο φαινόμενο παρατηρείται και σε άτομα που ακολουθούν πολύ αυστηρές υποθερμιδικές δίαιτες: μετά το τέλος τους τείνουν να παίρνουν περισσότερα κιλά σε σύγκριση με όσους εφαρμόζουν πιο ήπιο περιορισμό θερμίδων.

Πηγές:
EClinicalMedicine

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Πώς μπορεί να βοηθήσει μια μάσκα ύπνου;
Μέγιστη απώλεια βάρους χωρίς απώλεια μυϊκής μάζας (μελέτη)
Οι πολυβιταμίνες επιβραδύνουν τη βιολογική γήρανση [μελέτη]