Μία στις τρεις εναλλακτικές λύσεις σε σχέση με το γάλα, εξακολουθεί να παρουσιάζει περιθώρια βελτίωσης ως προς την περιεκτικότητα σε ζάχαρη και λιπαρά.

Αυτό προκύπτει από έρευνα του SIPCAN, του ειδικού ινστιτούτου προληπτικής καρδιολογίας και διατροφής με έδρα το Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας.

Ιδιαίτερα αρνητική ήταν η αξιολόγηση των προϊόντων με βάση την καρύδα, όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση του Ινστιτούτου που δημοσιοποιήθηκε την Πέμπτη. Στον έλεγχο εξετάστηκαν συνολικά 444 προϊόντα που διατίθενται στην Αυστρία.

Η φυτική διατροφή θεωρείται σήμερα βασική σύσταση τόσο για την υγεία όσο και για την οικολογική βιωσιμότητα. Ωστόσο, τα φυτικά υποκατάστατα γάλακτος δεν παρουσιάζουν ενιαία διατροφική αξία.

"Η ανάλυσή μας δείχνει ότι οι φυτικές εναλλακτικές του γάλακτος διαφέρουν σημαντικά ως προς τα θρεπτικά τους χαρακτηριστικά, ανάλογα με την πρώτη ύλη", εξήγησε ο συντονιστής της μελέτης και διατροφολόγος Bastian Preissler.

Σύμφωνα με τον έλεγχο, τα προϊόντα με βάση την καρύδα εμφάνισαν τις πιο δυσμενείς επιδόσεις: μόλις το 12% πληροί τα κριτήρια του SIPCAN για ζάχαρη, λιπαρά και απουσία γλυκαντικών ουσιών.

Η περιεκτικότητα σε ζάχαρη ανέρχεται κατά μέσο όρο στα 7,1 γραμμάρια ανά 100 γραμμάρια ή χιλιοστόλιτρα, ξεπερνώντας το όριο των 6,7 γραμμαρίων. Αντίστοιχα, τα λιπαρά φθάνουν κατά μέσο όρο τα 6,5 γραμμάρια, υπερβαίνοντας το όριο των 4,2 γραμμαρίων ανά 100 γραμμάρια ή χιλιοστόλιτρα.

Το λίπος καρύδας θεωρείται λιγότερο ευνοϊκό ως προς τη σύνθεσή του

"Οι εναλλακτικές γάλακτος με βάση την καρύδα περιέχουν συχνά συγκριτικά υψηλή ποσότητα λίπους και γι’ αυτό αξιολογούνται χαμηλότερα στην ανάλυσή μας", δήλωσε ο πρόεδρος του SIPCAN και παθολόγος Friedrich Hoppichler.

"Επιπλέον, το λίπος καρύδας έχει λιγότερο ευνοϊκή λιπαρή σύσταση: περιέχει υψηλό ποσοστό κορεσμένων λιπαρών οξέων, ενώ τα ακόρεστα λιπαρά οξέα – που είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την καρδιαγγειακή υγεία – βρίσκονται σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα».

Αντίθετα, τα υποκατάστατα γάλακτος με βάση τη Oat milk και το Almond milk κατέγραψαν καλύτερες επιδόσεις.

Και στις δύο κατηγορίες, περίπου το 85% των προϊόντων πληροί όλα τα κριτήρια του SIPCAN.

Η μέση περιεκτικότητα σε ζάχαρη ανέρχεται στα 4,3 γραμμάρια για τα προϊόντα βρώμης και στα 2,1 γραμμάρια για τα προϊόντα αμυγδάλου ανά 100 γραμμάρια ή χιλιοστόλιτρα.

Όσον αφορά τα λιπαρά, τα προϊόντα βρώμης περιέχουν κατά μέσο όρο 1,9 γραμμάρια και τα προϊόντα αμυγδάλου 2,1 γραμμάρια, δηλαδή κάτω από τα καθορισμένα όρια.

Διαφορές καταγράφονται επίσης μεταξύ προϊόντων πόσιμης μορφής και προϊόντων τύπου γιαουρτιού: περίπου το 90% των πόσιμων φυτικών προϊόντων πληροί τα κριτήρια, ενώ στα προϊόντα που καταναλώνονται με κουτάλι το ποσοστό περιορίζεται μόλις στο 25%.

Ειδήσεις υγείας σήμερα
ΙΣΑ: Ικανοποιήθηκε το αίτημα για συνέχιση του προγράμματος "Προλαμβάνω"
Γρίπη: Υποχώρηση με εξάρσεις - Ευρωπαϊκή πρωτιά στη θετικότητα - Έξαρση ρινοϊού, εντεροϊού
Πρωινό, άσκηση και καλός ύπνος συνδέονται με καλύτερη ψυχική ανθεκτικότητα