Μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο "Nature Metabolism" φαίνεται να ανατρέπει την έως σήμερα κυρίαρχη αντίληψη για τον μηχανισμό δράσης της μετμορφίνης, μεταφέροντας το επίκεντρο από το ήπαρ στο εντερικό επιθήλιο.

Σύμφωνα με τα νέα δεδομένα, η αντι-διαβητική δράση του φαρμάκου οφείλεται κυρίως στην αναστολή του μιτοχονδριακού συμπλέγματος Ι στα κύτταρα του εντέρου, γεγονός που μετατρέπει το έντερο σε μια ιδιότυπη "δεξαμενή" απορρόφησης γλυκόζης. Με άλλα λόγια, το έντερο προσλαμβάνει μεγαλύτερες ποσότητες σακχάρου από την κυκλοφορία και τις μεταβολίζει μέσω γλυκόλυσης σε γαλακτικό οξύ.

Η μελέτη ξεκίνησε από μια γνωστή αλλά μέχρι σήμερα ανεξήγητη παρατήρηση στις εξετάσεις FDG-PET: οι ασθενείς που λαμβάνουν μετφορμίνη εμφανίζουν σταθερά αυξημένη πρόσληψη γλυκόζης στο έντερο.

Η ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον Δρ. Zachary L. Sebo από το Northwestern University Feinberg School of Medicine συνδύασε μεταβολομικά δεδομένα από ανθρώπους με γενετικά τροποποιημένα μοντέλα ποντικών και εντόπισε ως βασικό βιοδείκτη την κιτρουλλίνη.

Τα επίπεδά της βρέθηκαν σημαντικά μειωμένα τόσο σε υγιή άτομα όσο και σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που λάμβαναν μετφορμίνη. Επειδή η κιτρουλλίνη παράγεται σχεδόν αποκλειστικά στα μιτοχόνδρια του λεπτού εντέρου, οι ερευνητές εκτίμησαν ότι το εύρημα αυτό υποδηλώνει άμεση μιτοχονδριακή δράση της μετφορμίνης στο εντερικό επιθήλιο.

Για να επιβεβαιώσουν την υπόθεσή τους, δημιούργησαν ένα διαγονιδιακό μοντέλο ποντικών στο οποίο τα κύτταρα του εντέρου ήταν ανθεκτικά στην αναστολή του συμπλέγματος Ι.

Στα ζώα αυτά η μετφορμίνη έχασε μεγάλο μέρος της μεταβολικής της δράσης: δεν παρατηρήθηκε η αυξημένη πρόσληψη γλυκόζης από το έντερο, μειώθηκε η παραγωγή γαλακτικού οξέος και άλλων χαρακτηριστικών μεταβολικών δεικτών, ενώ εξασθένησε σημαντικά και η βελτίωση της ανοχής στη γλυκόζη μετά τα γεύματα.

Τα αποτελέσματα αυτά αμφισβητούν την επί δεκαετίες κυρίαρχη θεωρία ότι η μετφορμίνη δρα κυρίως μειώνοντας τη γλυκονεογένεση στο ήπαρ.

Οι ερευνητές υποστηρίζουν πλέον ότι η βασική κλινική δράση της μετφορμίνης πιθανότατα σχετίζεται περισσότερο με την αυξημένη απομάκρυνση της γλυκόζης από την κυκλοφορία μέσω του εντέρου παρά με τη μείωση της παραγωγής γλυκόζης από το ήπαρ.

Ενισχυτικό στοιχείο για αυτή την άποψη αποτελεί και το γεγονός ότι οι συγκεντρώσεις της μετφορμίνης στο εντερικό επιθήλιο είναι έως και 300 φορές υψηλότερες από εκείνες στο πλάσμα, ενώ στο ήπαρ και στους μύες παραμένουν σχετικά χαμηλές.

Η νέα αυτή θεώρηση ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο για πιο στοχευμένες θεραπείες, όπως εντερο-εκλεκτικές μορφές μετφορμίνης με λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες και καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο.

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Πώς βελτιώνεται ο ύπνος ακόμη και υπό ακραία πίεση [μελέτη]
Ελληνο-Σουηδή επιστήμονας φιναλίστ για βελτίωση γεύσης και υφής στα ροφήματα βρώμης
Τελευταία ομιλία Ι. Βαρδακαστάνη ως πρόεδρος EDF