Επιστήμονες του γερμανικού Ινστιτούτου "Paul-Ehrlich"μελέτησαν λεπτομερώς ένα σημαντικό ένζυμο του παρασίτου Leishmania major, το οποίο ευθύνεται για τη δερματική λεϊσμανίαση, μια λοιμώδη νόσο που είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στις τροπικές περιοχές και χαρακτηρίζεται από δερματικά έλκη.
Η έρευνα αποκάλυψε τον τρόπο λειτουργίας του ενζύμου p1/s1-3’-νουκλεοτιδάση/νουκλεάση και ανέδειξε τον σημαντικό του ρόλο στην επιβίωση του παρασίτου και στην ικανότητά του να αποφεύγει την ανοσολογική άμυνα του οργανισμού.
Οι λεϊσμάνιες είναι μονοκύτταρα παράσιτα που μεταδίδονται μέσω τσιμπημάτων σκνιπών και εναλλάσσουν τον κύκλο ζωής τους μεταξύ εντόμων και θηλαστικών, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου.
Η λεϊσμανίαση προσβάλλει εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως και συχνά είναι δύσκολο να αντιμετωπιστεί θεραπευτικά, καθώς το παράσιτο εγκαθίσταται σε κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, όπως τα μακροφάγα.
Η ερευνητική ομάδα διαπίστωσε ότι το ένζυμο p1/s1 επιτελεί δύο κρίσιμες λειτουργίες. Από τη μία πλευρά, διασπά νουκλεοτίδια και νουκλεϊκά οξέα ώστε να εξασφαλίζει στο παράσιτο πουρίνες, βασικά δομικά στοιχεία για την παραγωγή ενέργειας και τη σύνθεση DNA, τις οποίες το ίδιο δεν μπορεί να παράγει.
Από την άλλη πλευρά, βοηθά το παράσιτο να διαφεύγει από το ανοσοποιητικό σύστημα, διασπώντας τα εξωκυττάρια δίκτυα DNA που σχηματίζουν τα ουδετερόφιλα για να παγιδεύσουν και να εξοντώσουν παθογόνους μικροοργανισμούς. Με αυτόν τον τρόπο το παράσιτο αποφεύγει την εξουδετέρωσή του από την έμφυτη ανοσολογική άμυνα.
Οι ερευνητές δημιούργησαν στελέχη του παρασίτου χωρίς το ένζυμο p1/s1 και παρατήρησαν ότι αναπτύσσονταν πιο αργά και παρήγαγαν λιγότερους παράγοντες που σχετίζονται με την παθογένεια.
Παράλληλα, διαπίστωσαν ότι το ένζυμο συμβάλλει στην παραγωγή αδενοσίνης, μιας ουσίας που καταστέλλει τις φλεγμονώδεις αντιδράσεις στα μακροφάγα και περιορίζει τον πολλαπλασιασμό των λευκών αιμοσφαιρίων. Έτσι, το παράσιτο καταφέρνει να "ξεγελά" το ανοσοποιητικό σύστημα και να εγκαθίσταται ευκολότερα στον οργανισμό.
Επειδή το ένζυμο p1/s1 απαντάται μόνο στο παράσιτο και όχι στον άνθρωπο, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι αποτελεί έναν ιδιαίτερα ελκυστικό θεραπευτικό στόχο. Η ανάπτυξη ειδικών αναστολέων του θα μπορούσε να στερήσει από το παράσιτο τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά για την επιβίωσή του και ταυτόχρονα να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα της ανοσολογικής απόκρισης, ανοίγοντας τον δρόμο για νέες και πιο αποτελεσματικές θεραπείες κατά της λεϊσμανίασης.
Τα αποτελέσματα της μελέτης δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό "PLOS Pathogens" στις 20 Μαΐου 2026.
Προσθέστε το iatronet.gr στο DiscoverΕιδήσεις υγείας σήμερα
Εκδήλωση στο νοσοκομείο "Γ. Παπανικολάου" για τη διακοπή καπνίσματος
Ισπανία: Ρεκόρ θανάτων τον Μάιο από τον καύσωνα
Φορετή συσκευή μετρά συνεχώς την αρτηριακή πίεση [μελέτη]