Το αλκαλοειδές κολχικίνη χρησιμοποιείται εδώ και δεκαετίες με επιτυχία για τη θεραπεία ρευματικών παθήσεων, ιδιαίτερα της ουρικής αρθρίτιδας. Τα τελευταία χρόνια, η σημασία της έχει διευρυνθεί και πέρα από τη ρευματολογία, καθώς από τις αρχές του 2026 έχει εγκριθεί επίσης για την πρόληψη ισχαιμικών καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε συγκεκριμένες κατηγορίες ασθενών.

Η κολχικίνη προέρχεται από το φυτό κολχικό το φθινοπωρινό (Colchicum autumnale), ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά τοξικό φυτό.

Η δραστική ουσία διαθέτει αντιμιτωτικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Αναστέλλει τον σχηματισμό μικροσωληνίσκων στα κύτταρα, επηρεάζοντας έτσι την ενεργοποίηση και τη μετακίνηση των φλεγμονωδών κυττάρων, όπως τα ουδετερόφιλα. Επιπλέον, υπάρχουν ενδείξεις ότι αναστέλλει την ενεργοποίηση της ιντερλευκίνης-1β, ενός σημαντικού μεσολαβητή της φλεγμονής.

Πέρα από τη θεραπεία των οξέων κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας και την πρόληψη νέων επεισοδίων, η κολχικίνη χρησιμοποιείται επίσης στην οικογενή μεσογειακή πυρετική νόσο, μια σπάνια αυτοφλεγμονώδη πάθηση. Στην περίπτωση αυτή χορηγείται για την πρόληψη των εμπύρετων εξάρσεων και σοβαρών επιπλοκών, όπως η αμυλοείδωση.

Η δοσολογία εξαρτάται από την ένδειξη. Σε μια οξεία κρίση ουρικής αρθρίτιδας χορηγούνται συνήθως 0,5 mg κολχικίνης δύο έως τρεις φορές ημερησίως.

Για τη μακροχρόνια προφύλαξη επαρκούν συνήθως 0,5 έως 1 mg ημερησίως. Για την πρόληψη καρδιαγγειακών συμβαμάτων, η συνιστώμενη δόση είναι 0,5 mg μία φορά την ημέρα, επιπλέον της καθιερωμένης θεραπείας.

Δεδομένου ότι η κολχικίνη διαθέτει στενό θεραπευτικό εύρος, οι πιθανές αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα έχουν ιδιαίτερη σημασία. Η δραστική ουσία μεταβολίζεται μέσω του ενζύμου CYP3A4 και της μεταφορικής πρωτεΐνης P-γλυκοπρωτεΐνης, με αποτέλεσμα η ταυτόχρονη λήψη ορισμένων φαρμάκων να μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνα αυξημένα επίπεδα της ουσίας στον οργανισμό.

Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες αφορούν το γαστρεντερικό σύστημα και περιλαμβάνουν κοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετο και διάρροια. Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν σοβαρές επιπλοκές, όπως καταστολή του μυελού των οστών ή μυϊκές βλάβες.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και σε περίπτωση δηλητηρίασης. Η σοβαρή υπερδοσολογία μπορεί να οδηγήσει σε πολυοργανική ανεπάρκεια και να αποβεί απειλητική για τη ζωή. Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο και η αντιμετώπιση είναι αποκλειστικά συμπτωματική.

Παρά τους δυνητικούς κινδύνους της, η κολχικίνη παραμένει ένα σημαντικό και πολυδιάστατο φάρμακο, του οποίου η θεραπευτική αξία έχει ενισχυθεί ακόμη περισσότερο τα τελευταία χρόνια.

Προσθέστε το iatronet.gr στο Discover

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Ο Αθανάσιος Ζαμάνης προσωρινός διοικητής του ΕΟΠΥΥ
Πώς να κόψουμε μια κακή συνήθεια
Συγκροτήθηκε η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσωπικοτήτων του ΙΣΑ, με τη συμμετοχή επιστημόνων υψηλού κύρους