Οι περισσότερες από τις πρόσθετες θεραπείες που προσφέρονται παράλληλα με την εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) πιθανότατα δεν αυξάνουν τις πιθανότητες απόκτησης παιδιού. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει μετα-ανάλυση 85 τυχαιοποιημένων κλινικών μελετών, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό "The Lancet Obstetrics, Gynaecology & Women’s Health".
Η πιθανότητα γέννησης παιδιού μετά από έναν κύκλο εξωσωματικής γονιμοποίησης κυμαίνεται περίπου μεταξύ 30% και 40%. Για τον λόγο αυτό, πολλά ζευγάρια καταφεύγουν σε συμπληρωματικές παρεμβάσεις – γνωστές ως "ΙVF add-ons" – με την ελπίδα ότι θα αυξήσουν τις πιθανότητες επιτυχίας της θεραπείας.
Η ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής τη Σάρα Λένσεν από το Royal Women’s Hospital του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης, εξέτασε δέκα από τις συχνότερα χρησιμοποιούμενες πρόσθετες μεθόδους, μεταξύ των οποίων ο βελονισμός, τα κορτικοστεροειδή, το EmbryoGlue, το ενδομητρικό "scratching", το τεστ δεκτικότητας του ενδομητρίου (ERA) και ο προεμφυτευτικός γενετικός έλεγχος για ανευπλοειδίες (PGT-A).
Οι ερευνητές έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στην αξιοπιστία των διαθέσιμων στοιχείων. Από τις 157 δυνητικά κατάλληλες τυχαιοποιημένες μελέτες, οι 72 αποκλείστηκαν λόγω σοβαρών αμφιβολιών σχετικά με την επιστημονική τους εγκυρότητα, όπως η απουσία προεγγεγραμμένου πρωτοκόλλου μελέτης.
"Η ανασκόπησή μας έδειξε ότι για τις περισσότερες από αυτές τις πρόσθετες θεραπείες δεν υπάρχουν ισχυρές αποδείξεις αποτελεσματικότητας", δήλωσε η Λένσεν. Όπως σημείωσε, πολλές από τις διαθέσιμες μελέτες ήταν μικρές, μεθοδολογικά αδύναμες ή χαμηλής ποιότητας.
Τα ευρήματα αυτά αφορούσαν μεταξύ άλλων τον βελονισμό, τα κορτικοστεροειδή, το τεστ ERA και το PGT-A. Παράλληλα, για άλλες πρακτικές, όπως οι εγχύσεις Intralipid και οι θεραπείες με πλάσμα πλούσιο σε αιμοπετάλια (PRP), τα διαθέσιμα δεδομένα κρίθηκαν ανεπαρκή λόγω του μικρού αριθμού και της χαμηλής ποιότητας των μελετών.
Η ανάλυση εντόπισε πιθανό όφελος μόνο σε τρεις παρεμβάσεις. Το ενδομητρικό "scratchin"» – μια ελεγχόμενη πρόκληση μικροτραυματισμού στο ενδομήτριο πριν από την εμβρυομεταφορά – συσχετίστηκε με ελαφρώς αυξημένες πιθανότητες εγκυμοσύνης και γέννησης παιδιού.
Για τη μέθοδο PICSI, κατά την οποία τα σπερματοζωάρια επιλέγονται με βάση την ικανότητά τους να συνδέονται με υαλουρονικό οξύ, διαπιστώθηκε χαμηλότερο ποσοστό αποβολών. Ωστόσο, δεν τεκμηριώθηκε αύξηση των γεννήσεων ζώντων νεογνών.
Το EmbryoGlue, ένα μέσο εμβρυομεταφοράς που περιέχει υαλουρονικό οξύ, συσχετίστηκε με υψηλότερα ποσοστά επίτευξης εγκυμοσύνης, χωρίς όμως να αποδεικνύεται με συνέπεια αντίστοιχο όφελος ως προς τις γεννήσεις.
Σε συνοδευτικό σχόλιο, ο Ντέιβιντ Μπάραντ από το Κέντρο Ανθρώπινης Αναπαραγωγής της Νέας Υόρκης χαρακτήρισε τη μελέτη παράδειγμα ορθής εφαρμογής της τεκμηριωμένης ιατρικής στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή.
Όπως τόνισε, οι ισχυρισμοί για την αποτελεσματικότητα των θεραπειών πρέπει να βασίζονται σε αξιόπιστες μελέτες, ενώ οι αβεβαιότητες οφείλουν να γνωστοποιούνται με σαφήνεια στους ασθενείς και να μην καλύπτονται από υπερβολικά αισιόδοξες διατυπώσεις.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι οι κλινικές εξωσωματικής γονιμοποίησης θα πρέπει να επανεξετάσουν κατά πόσο είναι σκόπιμο να προσφέρουν συμπληρωματικές θεραπείες χωρίς επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση.
Όπως επισημαίνουν, η ίδια η διαθεσιμότητα αυτών των υπηρεσιών συχνά εκλαμβάνεται από τα ζευγάρια ως έμμεση επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητάς τους, ακόμη και όταν τα επιστημονικά δεδομένα δεν το υποστηρίζουν.
Προσθέστε το iatronet.gr στο DiscoverΕιδήσεις υγείας σήμερα
Νέος στρατηγικός ρόλος για τον Ιάκωβο Καργαρώτο
Το κόκκινο κρέας πιθανόν επιδεινώνει τις φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου [μελέτη]
ΕΛΣΤΑΤ: Αύξηση γιατρών, μείωση νοσηλευτών στις μονάδες Πρωτοβάθμιας Φροντίδας