Ερευνητές του Ιατρικού Πανεπιστημίου του Ίνσμπρουκ και του Πανεπιστημίου του Ίνσμπρουκ δημοσίευσαν νέα ανασκοπική μελέτη με στόχο να συμβάλουν στην κατανόηση της λεγόμενης οξείας νόσου του υψομέτρου.

Σύμφωνα με τα ευρήματά τους, η διάγνωση της πάθησης παραμένει δύσκολη, καθώς πιθανότατα δεν πρόκειται για μία ενιαία νόσο, αλλά για διαφορετικούς υποτύπους. Παράλληλα, οι επιστήμονες προτείνουν τη χρήση πρόσθετων βιοδεικτών, οι οποίοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ακριβέστερη διάγνωση και πιο εξατομικευμένη θεραπεία.

Συμπτώματα όπως ζάλη, ναυτία και πονοκέφαλος εμφανίζονται σε περίπου 10% των ατόμων που ανεβαίνουν γρήγορα σε μεγάλο υψόμετρο χωρίς να έχουν προηγουμένως εγκλιματιστεί, συνήθως από τα 2.500 μέτρα και πάνω.

Όπως εξήγησε ο αθλητικός επιστήμονας Γιοχάνες Μπούρτσερ, πρώτος συγγραφέας της μελέτης, η προσαρμογή του οργανισμού στο υψόμετρο μπορεί να μειώσει σημαντικά την πιθανότητα εμφάνισης της νόσου, ωστόσο η διάγνωσή της εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση. Η μελέτη, στην οποία συμμετείχαν επίσης ερευνητές του Eurac Research στο Μπολτσάνο και του Πανεπιστημίου της Λωζάνης, δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό "Redox Biology".

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η οξεία νόσος του υψομέτρου περιλαμβάνει πιθανότατα διαφορετικές μορφές, ορισμένες από τις οποίες είναι πιο επιθετικές ή εκδηλώνονται ταχύτερα.

Συνήθως, τα πρώτα συμπτώματα εμφανίζονται τέσσερις ώρες μετά την άφιξη σε μεγάλο υψόμετρο και υποχωρούν μέσα σε μία έως δύο ημέρες. Ωστόσο, εάν το άτομο συνεχίσει την ανάβαση, σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να προκύψουν σοβαρές επιπλοκές που ενδέχεται να απειλήσουν ακόμη και τη ζωή του.

Η διάγνωση παραμένει περίπλοκη, καθώς τα συμπτώματα της νόσου είναι κοινά και σε άλλες παθήσεις, όπως οι αγχώδεις διαταραχές ή οι γαστρεντερικές λοιμώξεις. Επιπλέον, σήμερα βασίζεται κυρίως σε ερωτηματολόγια και στις περιγραφές των ίδιων των ασθενών, γεγονός που δυσχεραίνει την ακριβή αξιολόγηση από τους γιατρούς.

Η καθηγήτρια Καταρίνα Χίφνερ, διευθύντρια της Πανεπιστημιακής Κλινικής Ψυχιατρικής ΙΙ του Ιατρικού Πανεπιστημίου του Ίνσμπρουκ και συν-συγγραφέας της μελέτης, τόνισε ότι η αξιοποίηση βιοδεικτών –όπως συγκεκριμένων πρωτεϊνών ή μεταβολικών προϊόντων που ανιχνεύονται στο αίμα και σε άλλα βιολογικά υγρά ή ιστούς– θα μπορούσε να συμβάλει τόσο στον διαχωρισμό των υποτύπων της νόσου όσο και στην ανάπτυξη εξατομικευμένων θεραπευτικών προσεγγίσεων.

Οι επιστήμονες επισημαίνουν επίσης την ανάγκη να διερευνηθεί περαιτέρω ο ρόλος παραγόντων όπως το ψυχικό στρες και η ηλικία στην εμφάνιση και την εξέλιξη της νόσου.

Η καλύτερη κατανόηση αυτών των πολύπλοκων αλληλεπιδράσεων θα μπορούσε να οδηγήσει στη δημιουργία εξατομικευμένων προφίλ κινδύνου και στη βελτίωση της πρόληψης και της αντιμετώπισης της οξείας νόσου του υψομέτρου.

Προσθέστε το iatronet.gr στο Discover

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Ε.Σ.Α.μεΑ.: Κίνητρα και διευκολύνσεις στη στέγαση των ατόμων με αναπηρία
Συγκινητικό μήνυμα του πιλότου που μετέφερε την αποστολή του Ε.Ε.Σ. στη Βενεζουέλα
Γιατί οι όγκοι δεν εμφανίζονται στην καρδιά