Η μακροχρόνια παρακολούθηση των δύο τυχαιοποιημένων μελετών φάσης ΙΙΙ SOFT (Suppression of Ovarian Function Trial) και TEXT (Tamoxifen and Exemestane Trial), με διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 15 ετών, προσφέρει τα πλέον ώριμα δεδομένα σχετικά με τον ρόλο της καταστολής της ωοθηκικής λειτουργίας (Ovarian Function Suppression, OFS) στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με πρώιμο ορμονοεξαρτώμενο (HR-θετικό), HER2-αρνητικό καρκίνο του μαστού.

Οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής (Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ δρ Μαρία Καπαρέλου (παθολόγος - ογκολόγος) και Θάνος Δημόπουλος (καθηγητής Θεραπευτικής - Ογκολογίας - Αιματολογίας, διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι οι δύο μελέτες συμπεριέλαβαν περισσότερες από 5.700 προεμμηνοπαυσιακές ασθενείς, συγκρίνοντας τη θεραπεία με ταμοξιφαίνη, ταμοξιφαίνη σε συνδυασμό με καταστολή της ωοθηκικής λειτουργίας και εξεμεστάνη σε συνδυασμό με καταστολή της ωοθηκικής λειτουργίας. Η καταστολή επιτεύχθηκε με ανάλογα της GnRH, χειρουργική ωοθηκεκτομή ή ακτινική καταστροφή των ωοθηκών, ενώ η διάρκεια της ενδοκρινικής θεραπείας ήταν πέντε έτη.

Τα τελικά αποτελέσματα επιβεβαιώνουν ότι η προσθήκη καταστολής της ωοθηκικής λειτουργίας μειώνει ουσιαστικά τον κίνδυνο υποτροπής της νόσου, με το μεγαλύτερο όφελος να παρατηρείται όταν συνδυάζεται με αναστολέα αρωματάσης και συγκεκριμένα με εξεμεστάνη. Η εντατικοποίηση της ενδοκρινικής θεραπείας συνοδεύτηκε από σημαντική βελτίωση του breast cancer-free interval (BCFI), του distant recurrence-free interval (DRFI) και της επιβίωσης χωρίς νόσο (DFS), επιβεβαιώνοντας τη μακροχρόνια αποτελεσματικότητα της στρατηγικής αυτής στην πρόληψη των απομακρυσμένων υποτροπών.

Ωστόσο, η επίδραση στη συνολική επιβίωση (Overall Survival, OS) αποδείχθηκε περισσότερο επιλεκτική. Στο σύνολο του πληθυσμού δεν καταγράφηκε στατιστικά σημαντική βελτίωση της συνολικής επιβίωσης με την εντατικοποίηση της ενδοκρινικής θεραπείας, γεγονός που υποδηλώνει ότι η θεραπευτική απόφαση θα πρέπει να εξατομικεύεται με βάση τον υπολειπόμενο κίνδυνο υποτροπής κάθε ασθενούς.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αναλύσεις υποομάδων υψηλού κινδύνου. Οι γυναίκες ηλικίας κάτω των 35 ετών εμφάνισαν το μεγαλύτερο απόλυτο όφελος από την προσθήκη OFS, με σημαντική βελτίωση της 15ετούς συνολικής επιβίωσης όταν η καταστολή της ωοθηκικής λειτουργίας συνδυάστηκε με εξεμεστάνη. Αντίστοιχα, ιδιαίτερα ευνοϊκά αποτελέσματα παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με υψηλού βαθμού διαφοροποίησης (grade 3) HER2-αρνητικούς όγκους, καθώς και σε γυναίκες που είχαν προηγουμένως λάβει επικουρική χημειοθεραπεία, υποδηλώνοντας ότι το όφελος της θεραπευτικής εντατικοποίησης συγκεντρώνεται κυρίως στις βιολογικά επιθετικότερες μορφές της νόσου.

Αντίθετα, στις ασθενείς χαμηλότερου κινδύνου, ιδιαίτερα σε εκείνες που δεν κρίθηκε απαραίτητη η χορήγηση χημειοθεραπείας, τα ποσοστά απομακρυσμένης υποτροπής και συνολικής επιβίωσης παρέμειναν εξαιρετικά υψηλά ανεξάρτητα από το θεραπευτικό σχήμα, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη αποφυγής περιττής θεραπευτικής επιβάρυνσης και υποστηρίζει την εφαρμογή μιας περισσότερο εξατομικευμένης θεραπευτικής στρατηγικής.

Σημαντικό εύρημα της 15ετούς παρακολούθησης αποτελεί επίσης το γεγονός ότι η πενταετής καταστολή της ωοθηκικής λειτουργίας δεν συνοδεύτηκε από αύξηση της μη σχετιζόμενης με τον καρκίνο μαστού θνητότητας, επιβεβαιώνοντας τη μακροχρόνια ασφάλεια της παρέμβασης. Τα δεδομένα αυτά ενισχύουν την εμπιστοσύνη στη χρήση της OFS όταν αυτή ενδείκνυται, ιδιαίτερα σε νεαρές γυναίκες με αυξημένο κίνδυνο υποτροπής.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι εξακολουθεί να υπάρχει σημαντικό περιθώριο βελτίωσης των αποτελεσμάτων στις πολύ νεαρές ασθενείς, καθώς ακόμη και με τον συνδυασμό εξεμεστάνης και OFS καταγράφηκαν υποτροπές κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας παρακολούθησης. Στο πλαίσιο αυτό, στρατηγικές όπως η βελτίωση της συμμόρφωσης στην ενδοκρινική θεραπεία, η παράταση της διάρκειάς της, η ενσωμάτωση αναστολέων CDK4/6 σε κατάλληλους ασθενείς, καθώς και η αξιοποίηση γενετικού ελέγχου και σύγχρονων απεικονιστικών τεχνικών, αναμένεται να διαδραματίσουν ολοένα σημαντικότερο ρόλο στη μελλοντική θεραπευτική προσέγγιση.

Τα ώριμα αποτελέσματα των SOFT και TEXT επιβεβαιώνουν ότι η καταστολή της ωοθηκικής λειτουργίας αποτελεί βασικό πυλώνα της επικουρικής θεραπείας στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες υψηλού κινδύνου με HR-θετικό/HER2-αρνητικό πρώιμο καρκίνο του μαστού. Παράλληλα, αναδεικνύουν τη σημασία της εξατομίκευσης της ενδοκρινικής θεραπείας, ώστε κάθε ασθενής να λαμβάνει το μέγιστο δυνατό θεραπευτικό όφελος με την ελάχιστη δυνατή επιβάρυνση.

Πηγές:
ΕΚΠΑ

Προσθέστε το iatronet.gr στο Discover

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Στα σκαριά νέο growth fund από την Kos Biotechnology Partners
Kούρεμα και δόσεις
Η Ευρώπη θέλει ασφάλεια και επάρκεια φαρμάκων - Ο ρόλος των χάκερς