Ο προσυμπτωματικός έλεγχος για τον καρκίνο του πνεύμονα με αξονική τομογραφία χαμηλής δόσης (LDCT) μειώνει τόσο τη θνησιμότητα από τη νόσο όσο και τη συχνότητα εμφάνισης προχωρημένων καρκίνων, σύμφωνα με ανάλυση διεθνούς ομάδας ειδικών.
Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τη δρ Luciana Neamtiu, από τον Διεθνή Οργανισμό Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC), αξιολογώντας τα οφέλη και τους κινδύνους του προσυμπτωματικού ελέγχου σε πληθυσμούς υψηλού κινδύνου. Η ανάλυση βασίστηκε σε στοιχεία από διαφορετικές διεθνείς μελέτες και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό New England Journal of Medicine.
Καθοριστικής σημασίας για την αξιολόγηση της επίδρασης του ελέγχου στη θνησιμότητα ήταν δύο μεγάλες μελέτες: η αμερικανική NLST και η ευρωπαϊκή NELSON. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, τα άτομα που υποβλήθηκαν σε έλεγχο με αξονική τομογραφία χαμηλής δόσης εμφάνισαν κατά 16% και 24% χαμηλότερο σχετικό κίνδυνο θανάτου από καρκίνο του πνεύμονα, αντίστοιχα, σε σύγκριση με άτομα που υποβλήθηκαν σε ακτινογραφία θώρακος.
Τα ευρήματα ενισχύονται από έξι ακόμη τυχαιοποιημένες μελέτες και τρεις μελέτες κοόρτης. Επιπλέον, σε επτά από τις οκτώ τυχαιοποιημένες μελέτες, οι συμμετέχοντες που υποβλήθηκαν σε αξονική τομογραφία εμφάνισαν λιγότερους καρκίνους του πνεύμονα στα προχωρημένα στάδια III και IV σε σύγκριση με τις ομάδες ελέγχου.
Η ανάλυση επικεντρώθηκε σε καπνιστές ηλικίας 50 - 80 ετών, με ιστορικό καπνίσματος τουλάχιστον 20 έως 30 ετών κατανάλωσης πακέτου. Για τους πρώην καπνιστές, το διάστημα αποχής από το κάπνισμα δεν έπρεπε να υπερβαίνει τα 10 - 15 έτη, ανάλογα με τα κριτήρια που εφαρμόζονταν στις επιμέρους μελέτες.
Παρά τα σημαντικά οφέλη, ο προσυμπτωματικός έλεγχος δεν στερείται κινδύνων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τα ψευδώς θετικά αποτελέσματα, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν ανησυχία και να οδηγήσουν σε πρόσθετες εξετάσεις ή ακόμη και σε επεμβατικές διαγνωστικές διαδικασίες, καθώς και η υπερδιάγνωση.
Ανάλογα με τη μελέτη, το ποσοστό των ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων κυμάνθηκε από 1% έως 42%.
Το ποσοστό αυτό ήταν χαμηλότερο όταν χρησιμοποιούνταν τυποποιημένα πρωτόκολλα, με ειδική κατηγορία για τα αδιευκρίνιστα πνευμονικά οζίδια και αξιολόγηση του μεγέθους τους βάσει ογκομετρικών μετρήσεων.
Από τα άτομα με ψευδώς θετικό αποτέλεσμα, το 5% - 32% υποβλήθηκε σε μία ή περισσότερες επεμβατικές διαδικασίες. Παράλληλα, οι εκτιμήσεις για το ποσοστό υπερδιάγνωσης —δηλαδή την ανίχνευση καρκίνων που ενδέχεται να μην προκαλούσαν ποτέ κλινικά συμπτώματα ή προβλήματα κατά τη διάρκεια της ζωής του ασθενούς— κυμαίνονται από 3% έως 26%.
Η ερευνητική ομάδα επισημαίνει ότι, συνολικά, ο προσυμπτωματικός έλεγχος αποτρέπει σαφώς περισσότερους θανάτους από όσους προκαλεί. Ωστόσο, εκτιμάται ότι μπορεί να οδηγήσει σε καρκίνο του πνεύμονα σε 1,4 - 5,5 περιπτώσεις ανά 10.000 άτομα που υποβάλλονται σε έλεγχο.
Όσον αφορά την ψυχική υγεία, δεν διαπιστώθηκε κλινικά σημαντική ψυχολογική επιβάρυνση στα άτομα με αρνητικά αποτελέσματα. Αντίθετα, τα ψευδώς θετικά ή αδιευκρίνιστα ευρήματα ενδέχεται να προκαλέσουν προσωρινή ψυχολογική επιβάρυνση.
Τα συνολικά δεδομένα υποστηρίζουν τη χρησιμότητα της αξονικής τομογραφίας χαμηλής δόσης για την έγκαιρη ανίχνευση του καρκίνου του πνεύμονα σε άτομα υψηλού κινδύνου, με την προϋπόθεση ότι ο έλεγχος εφαρμόζεται βάσει κατάλληλων κριτηρίων και οργανωμένων πρωτοκόλλων.
Ειδήσεις υγείας σήμερα
ΕΛΣΤΑΤ: Οι μήνες με τα περισσότερα κρούσματα λοιμωδών νοσημάτων στην Ελλάδα [πίνακας]
Η Roche και άλλοι φαρμακευτικοί κολοσσοί επανεξετάζουν τις επενδύσεις τους στη Γερμανία λόγω των περικοπών στην υγεία
Νέα θεραπευτική προσέγγιση για τη ΧΑΠ