Στη σύγχρονη εποχή των επεμβάσεων για τον καταρράκτη, οι προηγμένοι συνθετικοί φακοί (ενδοφακοί) παίζουν καθοριστικό ρόλο στην αποκατάσταση της όρασης. Οι ενδοφακοί αυτοί αντικαθιστούν τον φυσικό φακό του ματιού (τον κρυσταλλοειδή φακό) που θολώνει λόγω αλλοίωσης της πρωτεϊνικής δομής του, μειώνοντας την όραση. Η αντικατάστασή του οδηγεί σε αισθητή βελτίωση της όρασης, καθώς το φως μπορεί να φτάσει ανεμπόδιστο έως τον αμφιβληστροειδή χιτώνα στο οπίσθιο τμήμα του ματιού.

Οι εγχειρήσεις για διόρθωση του καταρράκτη είναι από τις συχνότερα εφαρμοζόμενες στον κόσμο. Υπολογίζεται ότι παγκοσμίως διενεργούνται πάνω από 28 εκατομμύρια τον χρόνο, με την πλειονότητα εξ αυτών να γίνονται στα ανεπτυγμένα κράτη. 

Σε κάθε επέμβαση, η επιλογή του σωστού ενδοφακού είναι σημαντική για την μελλοντική όραση των ασθενών. «Δύο από τις συχνότερες επιλογές είναι οι μονοεστιακοί και οι διπλοεστιακοί ενδοφακοί. Η σωστή επιλογή μεταξύ τους δεν είναι απλώς θέμα άνεσης. Έχει άμεσο αντίκτυπο στον μετεγχειρητικό τρόπο ζωής, τις οπτικές προσδοκίες και την ικανοποίηση από τη νέα όραση. 

Ωστόσο έχουν σημαντικές διαφορές, όχι μόνον όσον αφορά την τεχνολογική πολυπλοκότητά τους, αλλά και το πως λειτουργούν σε κάθε συνθήκη», αναφέρει ο δρ Ευάγγελος Τσίχλης, MD, PhD, Χειρουργός Οφθαλμίατρος, πρώην αναπληρωτής Διευθυντής Οφθαλμολογικής Κλινικής SK-Bielefeld, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Χαϊδελβέργης.

Οι μονοεστιακοί ενδοφακοί παρέχουν καθαρή όραση σε μία απόσταση, συνήθως μακριά. Επομένως οι ασθενείς συνήθως χρειάζονται διορθωτικά γυαλιά για να διαβάζουν ή να χρησιμοποιούν ηλεκτρονικό υπολογιστή. Οι ενδοφακοί αυτοί είναι μία αξιόπιστη επιλογή με λιγότερες παρενέργειες, όπως τα «φωτοστέφανα» (άλως) γύρω από τα φώτα ή οι έντονες αντανακλάσεις του φωτός.

Οι πολυεστιακοί ενδοφακοί έχουν πολλαπλές ζώνες εστίασης, επιτρέποντας καθαρή όραση κοντά, σε ενδιάμεση απόσταση και μακριά. Μπορεί να μειώσουν ή να εξαλείψουν την ανάγκη για διορθωτικά γυαλιά, αλλά μπορεί να προκαλούν άλω γύρω από τα φώτα ή μειωμένη αντίθεση (contrast), ιδίως τη νύχτα. Ωστόσο σε πολλές περιπτώσεις τα συμπτώματα αυτά υποχωρούν με την πάροδο του χρόνου.

«Ουσιαστικά οι διαφορές μεταξύ μονοεστιακών και πολυεστιακών ενδοφακών αφορούν την καθαρότητα της όρασης, το εύρος της και τον αντίκτυπό τους στον τρόπο ζωής. Η αντίθεση (contrast), π.χ., είναι μεγαλύτερη με τους μονοεστιακούς ενδοφακούς, το ίδιο και η καθαρότητα της όρασης. Επιπλέον, η προσαρμογή σε αυτούς είναι σχεδόν άμεση. 

Αντίθετα, με τους πολυεστιακούς ενδοφακούς μπορεί να χρειασθούν από μερικές εβδομάδες έως 3 μήνες για να προσαρμοσθεί ο εγκέφαλος στη νέα όραση. Ωστόσο με τους μονοεστιακούς συνεχίζεται η ανάγκη για διορθωτικά γυαλιά, ενώ με τους πολυεστιακούς κατά κανόνα όχι», εξηγεί ο δρ Τσίχλης.

Οι κατάλληλοι υποψήφιοι για κάθε είδος φακών επίσης διαφέρουν. Ιδανικοί υποψήφιοι για μονοεστιακούς ενδοφακούς είναι όσοι θέτουν ως προτεραιότητα την καλή μακρινή όραση ή πάσχουν και από άλλες οφθαλμοπάθειες, όπως η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας ή το γλαύκωμα. Κατάλληλοι υποψήφιοι γι' αυτούς είναι επίσης όσοι δεν δυσφορούν όταν χρησιμοποιούν γυαλιά πρεσβυωπίας και όσοι θέλουν την πιο οικονομικώς αποδοτική λύση. 

Αντίστοιχα, οι πολυεστιακοί ενδοφακοί μπορεί να ταιριάζουν καλύτερα στους ασθενείς με καταρράκτη οι οποίοι επιθυμούν να απαλλαγούν και από τα διορθωτικά γυαλιά τους, καθώς και σε όσους έχουν δραστήριο τρόπο ζωής που δεν ταιριάζει με γυαλιά. Είναι επίσης κατάλληλοι και για όσους δεν πάσχουν από σοβαρές παθήσεις του αμφιβληστροειδούς χιτώνα και του οπτικού νεύρου.

Υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ασθενείς που πρέπει να χειρουργηθούν και στα δύο μάτια, επιλέγουν έναν μονοεστιακό ενδοφακό για να βλέπουν καθαρά μακριά και έναν για να βλέπουν καθαρά κοντά. Η τεχνική αυτή, που λέγεται monovision, χρειάζεται χρόνο για να προσαρμοσθούν τα μάτια και να συντονίζονται, ώστε να βλέπει τελικά ο ασθενής καθαρά και κοντά και μακριά.

Σε κάθε περίπτωση, εξάλλου, οι ενδοφακοί αυτοί δεν μπορούν να διορθώσουν και άλλα συνυπάρχοντα διαθλαστικά σφάλματα, όπως ο αστιγματισμός, με συνέπεια να χρειάζονται οι ασθενείς διορθωτικά γυαλιά και για κοντά και για μακριά. Για τις περιπτώσεις αυτές υπάρχουν ειδικοί ενδοφακοί (τορικοί).

«Ο σημαντικότερος παράγοντας κατά τη συζήτηση με τον οφθαλμίατρο για την επιλογή του κατάλληλου ενδοφακού για την διόρθωση του καταρράκτη είναι η ειλικρινής αξιολόγηση των οπτικών προτεραιοτήτων που έχει ο ασθενής και του τρόπου ζωής του. Πόσο σημαντικό είναι γι' αυτόν να απαλλαγεί από τα γυαλιά της πρεσβυωπίας; Πόσο συχνά οδηγεί νύχτα; Πόσες ώρες περνάει μπροστά σε μία ψηφιακή οθόνη; Πόσο ευαίσθητος είναι στις διαταραχές του οπτικού πεδίου του; 

Ο οφθαλμίατρος θα αξιολογήσει επίσης τον αμφιβληστροειδή και τον κερατοειδή χιτώνα του ματιού, αναζητώντας τυχόν συνυπάρχουσες οφθαλμοπάθειες που επίσης παίζουν ρόλο. Μόνο τότε μπορεί να ταιριάξει ο κατάλληλος ενδοφακός σε κάθε ασθενή εξατομικευμένα, ώστε το αποτέλεσμα να είναι αυτό που επιθυμεί», καταλήγει ο δρ Τσίχλης. 

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Νοσοκομείο Χανίων - Μπακογιάννη: Campus Υγείας με ξενώνες για γιατρούς - νοσηλευτές
Από την Ουάσιγκτον, ένα μήνυμα για τα παιδιά: Από τα λόγια στις πράξεις
AbbVie: Αύξηση προβλέψεων για κέρδη - Τα ανοσολογικά φάρμακα τροφοδοτούν την ανάπτυξη