Έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο Μεξικό για τον ιό της γρίπης, H1N1, ανακάλυψε ότι ενώ τα νεογνά και οι άνθρωποι κάτω των 40 έχουν περισσότερες πιθανότητες να νοσήσουν, οι ηλικιωμένοι έχουν τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας.

Η έρευνα, που δημοσιεύεται στη διαδικτυακή έκδοση του περιοδικού ‘The Lancet’, ανέλυσε το ιατρικό ιστορικό ασθενών σε κλινικές του δικτύου του Μεξικανικού Ινστιτούτου Κοινωνικής ασφάλειας που νόσησαν με γρίπη, μεταξύ τέλους Απριλίου και τέλους Ιουλίου.

Οι ερευνητές καταμέτρησαν 63.479 περιστατικά με συμπτώματα παρόμοια με της γρίπης. Από τα 6.945 περιστατικά νέας γρίπης, του ιού H1N1, περίπου το 1% (63 ασθενείς) απεβίωσε. Ποσοστό 7% (475 ασθενείς) εισήχθησαν στο νοσοκομείο και επέζησαν.

Από αυτούς που είχαν ηλικία 70 ετών και άνω και νόσησαν, απεβίωσε ποσοστό 10,3% έναντι ποσοστού 0,9% στην ηλικιακή ομάδα 20 έως 29.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι ο κίνδυνος λοίμωξης υποχώρησε κατά 35% σε όσους εμβολιάστηκαν για την εποχική γρίπη. Η χρόνια νόσος αύξανε τον κίνδυνο θνησιμότητας κατά 6 φορές.

Όσοι δεν εισήχθησαν στο νοσοκομείο εντός των τεσσάρων πρώτων ημερών εκδήλωσης των συμπτωμάτων αύξαναν τον κίνδυνο θνησιμότητας κατά 20% για κάθε μέρα που καθυστερούσαν να επισκεφτούν κάποιο νοσοκομείο. Οι έγκυες αποτελούσαν το 6% των θανάτων στο Μεξικό.

Το ποσοστό αυτό είναι λίγο χαμηλότερο σε σχέση με των ΗΠΑ, (8%) την ίδια περίοδο.

Όπως δήλωσε ο Dr. Victor Borja-Aburto, του Μεξικάνικου Ινστιτούτου Κοινωνικής Ασφάλειας, στο Μεξικό όλες οι έγκυες εργαζόμενες παρέμειναν σπίτι κατά τη διάρκεια κορύφωσης της πανδημίας, γεγονός που πιθανόν εξηγεί τη διαφορά.

Πηγές: ‘The Lancet’.