Η πρώτη άμεση ένδειξη γενετικής σχέσης στη διαταραχή έλλειψης προσοχής-υπερκινητικότητα, ανακαλύφτηκε, σύμφωνα με νέα έρευνα.

Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Cardiff, σημειώνουν στο περιοδικό ‘The Lancet’, ότι η διαταραχή αποτελεί εγκεφαλικό πρόβλημα, όπως ο αυτισμός και δεν οφείλεται σε κακή ανατροφή.

Ανέλυσαν το DNA 366 παιδιών που διαγνώστηκαν με τη διαταραχή. Ωστόσο, άλλοι ειδικοί δήλωσαν ότι η πάθηση προκαλείται από συνδυασμό γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων.

Τα παιδιά με την πάθηση είναι αεικίνητα και παρορμητικά. Μπορεί ενδεχομένως να έχουν καταστροφικές τάσεις και εμφανίζουν σοβαρά προβλήματα στο σχολείο και την οικογένεια. Οι ερευνητές συνέκριναν γενετικά δείγματα παιδιών με διαταραχή έλλειψης προσοχής-υπερκινητικότητα, με το DNA 1,047 ανθρώπων χωρίς την πάθηση.

Όπως αναφέρει το ‘Lancet’, η έρευνα είναι η πρώτη που ανακαλύπτει άμεση σχέση ως γενετική διαταραχή. Η ερευνήτρια Anita Thapar, δήλωσε ότι μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι το σύνδρομο αποτελεί γενετική νόσο και ότι οι εγκέφαλοι των παιδιών με την πάθηση αναπτύσσονται διαφορετικά σε σχέση με τον εγκέφαλο άλλων παιδιών.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι ποσοστό 15% από την ομάδα με υπερκινητικότητα είχε μεγάλες και σπάνιες ποικιλομορφίες στο DNA – σε σύγκριση με ποσοστό 7% στην ομάδα ελέγχου. Η Καθηγήτρια Anita Thapar, δήλωσε ότι ανακάλυψε πως σε σχέση με την ομάδα ελέγχου, τα παιδιά με την πάθηση έχουν πολύ υψηλότερο ποσοστό περιοχών του DNA που είτε αναπαράγονται είτε απουσιάζουν.

Αυτό οδηγεί στην πρώτη άμεση γενετική σχέση με την πάθηση. Οι ερευνητές πρόσθεσαν ότι εξέτασαν πολλούς δυνητικούς παράγοντες κινδύνου στο περιβάλλον, αλλά δεν υπάρχει απόδειξη ότι σχετίζονται με την πάθηση. Τόνισαν ότι δεν υπάρχει μόνο ένα γονίδιο πίσω από την υπερκινητικότητα και η έρευνα είναι σε πρώιμο στάδιο για να οδηγήσει σε διαγνωστική εξέταση.

Όπως σημειώνουν, τα γονίδια μετά βίας εξηγούν γιατί ορισμένα παιδιά πάσχουν από υπερκινητικότητα και άλλα όχι.

Ωστόσο, ελπίζουν ότι η έρευνα θα βοηθήσει στην αποκάλυψη της βιολογικής βάσης της πάθησης και τελικά θα οδηγηθούμε σε νέες θεραπείες.

Στην έρευνα ασκήθηκε κριτική από ορισμένους ειδικούς. Ο Καθηγητής Tim Kendall, του National Collaborating Centre for Mental Health, δήλωσε ότι η πάθηση προκαλείται από αριθμό παραγόντων και η απόδοση αποκλειστικής ευθύνης σε γενετικούς λόγους μπορεί ενδεχομένως να σημαίνει λανθασμένη αγωγή.

Ο Oliver James, ανέφερε έρευνες που εξέταζαν την επίδραση του άγχους στις εγκύους που διατάρασσε τον αρχικό δεσμό μητέρας και νεογνού.

Όπως δήλωσε, μόνο το 57% των 366 παιδιών με την πάθηση είχε τη γενετική ποικιλομορφία που θεωρείτο υπεύθυνη ως αιτία της νόσου. Αυτό υποδεικνύει πιθανόν ότι άλλοι παράγοντες είναι η κύρια αιτία της πλειονότητας των περιπτώσεων.

Τα γονίδια μόλις και μετά βίας εξηγούν γιατί ορισμένα παιδιά έχουν την πάθηση και άλλα όχι, καταλήγει ο Jameς.

Πηγές: ‘The Lancet’.