Τις γενετικές βάσεις ενός μέχρι τώρα ανίατου τύπου λευχαιμίας στα παιδιά αποκρυπτογράφησαν επιστήμονες από πέντε γερμανικά και ένα ελβετικό ίδρυμα. Υπέδειξαν μάλιστα και τις θεραπευτικές δυνατότητες. Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο Nature Genetics.

H οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία είναι ο συνηθέστερος καρκίνος στα παιδιά. Στην ασθένεια εμφανίζονται διάφοροι τύποι που διαφέρουν στο κληρονομικό υλικό των κυττάρων της λευχαιμίας. Στις προηγούμενες δεκαετίες βελτιώθηκαν για τους περισσότερους τύπους της λεμφοβλαστικής λευχαιμίας οι ευκαιρίες επιβίωσης. Σε έναν καθορισμένο τύπο της, το γενετικό υλικό των κυττάρων της λευχαιμίας είναι τόσο παραλλαγμένο, ώστε δύο συγκεκριμένα γονίδια, το TCF3 και τo HLF, να είναι λάθος τοποθετημένα. Ογκολόγοι μιλούν για τα δύο θετικά κύτταρα λευχαιμίας.

Λευχαιμίες με τέτοια παραλλαγή στον γενετικό κώδικα είναι μέχρι τώρα ανθεκτικές στις τρέχουσες θεραπείες. Σε ένα συνεργατικό έργο, ερευνητές από τα έξι προαναφερθέντα ιδρύματα, που συντόνιζε ο Andre Frank από το Ινστιτούτο για την κλινική μοριακή Βιολογία του Christian-Albrechts πανεπιστημίου στο Κίελο και ο Martin Stanulla από την ιατρική σχολή του Αννόβερου, ανέλυσαν το γενετικό υλικό των θετικών κυττάρων λευχαιμίας TCF3-HLF. Εκεί βρήκαν ότι σε αυτό τον καθορισμένο τύπο της λεμφοβλαστικής λευχαιμίας και δίπλα στα δύο λανθασμένα τοποθετημένα γονίδια υπήρχαν και άλλες περιοχές DNA επίσης παραλλαγμένες.

Οι περιοχές αυτές κατευθύνουν τα Β-λεμφοκύτταρα και προάγουν την ανάπτυξη των κυττάρων. «Τα αποτελέσματά μας», είπε ο Franke, δείχνουν ότι οι λάθος συνθέσεις που προκύπτουν δεν είναι τυχαίες. Αλληλοεπιδρούν με τέτοιο τρόπο που ευνοούν την ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων.

Πηγές:
Nature Genetics