Ηλικιωμένες που πάσχουν από ακράτεια ούρων κατά τη διάρκεια της ημέρας μπορεί ενδεχομένως να αντιμετωπίζουν και άλλο πρόβλημα τη νύχτα- αν επίσης βρέχουν το κρεβάτι έχουν αυξημένο κίνδυνο πτώσεων, αναφέρει νέα έρευνα.

Η αιτία μπορεί να είναι ότι γυναίκες που βρέχουν το κρεβάτι είναι πιο αδύναμες ή σε φτωχότερη σωματική ή ψυχική υγεία σε σχέση με συνομίληκες που δεν έχουν το συγκεκριμένο πρόβλημα, σημειώνουν ερευνητές στο περιοδικό Journal of Urology.

Η ερευνήτρια Glenn Brassington, του Sonoma State University, που δεν έλαβε μέρος στην έρευνα, δήλωσε ότι η έρευνα υπέδειξε πως φτωχότερη γενική σωματική λειτουργικότητα συνδέεται με πτώσεις και ότι η ακράτεια είναι δείκτης τέτοιας.

Τα ευρήματα ενισχύουν ενδείξεις που στηρίζουν προσπάθειες να μειωθεί το ξύπνημα τη νύχτα και να βελτιωθεί η ικανότητα των ασθενών να μετακινηθούν με ασφάλεια από την κρεβατοκάμαρα στο μπάνιο και το ανάποδο.

Η έρευνα, της Dr. Avita Pahwa, από το University of Pennsylvania, εστίασε σε 37 ηλικιωμένες που είχαν ακράτεια, για να διαπιστώσει ποιοι παράγοντες θα μπορούσαν να τις κάνουν να πέφτουν στη μέση της νύχτας.

Οι γυναίκες ήταν 74 ετών, κατά μέσον όρο, και περίπου οι μισές είχαν υψηλό κίνδυνο πτώσεων.
Σχεδόν όλες ανέφεραν ότι ξυπνούσαν τουλάχιστον μια φορά κατά τη διάρκεια της νύχτας για να πάνε στο μπάνιο και 68% δήλωσαν ότι ξυπνούσαν τουλάχιστον 2 φορές. Οι μισές ανέφεραν ότι έβρεχαν το κρεβάτι.

Όσες έβρεχαν το κρεβάτι είχαν χαμηλότερη σωματική επίδοση στα τεστ.
Μεταξύ γυναικών που έβρεχαν το κρεβάτι, ποσοστό 61% είχε πολύ υψηλό κίνδυνο πτώσης.

Όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη την ηλικία, το βρέξιμο του κρεβατιού και τη σωματική λειτουργικότητα, ωστόσο, μόνο η τελευταία συνδεόταν με αυξημένο κίνδυνο πτώσης.

Αυτό πιθανόν σημαίνει ότι το βρέξιμο του κρεβατιού θα μπορούσε να είναι δείκτης για κίνδυνο πτώσης σε γυναίκες που δεν αναζητούν φροντίδα για την ακράτεια.

Εκτός από το μικρό μέγεθος της έρευνας, στους άλλους περιορισμούς περιλαμβάνονται η έλλειψη στοιχείων για άλλες παθήσεις οι οποίες μπορούν να επηρεάζουν το βρέξιμο του κρεβατιού.

 

Πηγές: Journal of Urology.