Ερευνητές εικάζουν ότι ο κίνδυνος εμφάνισης νευρικής ανορεξίας αυξάνεται από συνδυασμό γενετικών, βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικοπολιτισμικών παραγόντων, αλλά ένα σημαντικό εμπόδιο στην ανάπτυξη νέων αγωγών είναι η απουσία μοντέλων σε ζώα που αντιπροσωπεύουν την τάση έναρξης της νόσου στους ανθρώπους.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής την Lori Zeltser, δήλωσαν ότι αν και προηγούμενες έρευνες σε ποντικούς με ανορεξία περιέλαβαν ορισμένους παράγοντες, δεν ενσωμάτωσαν το κοινωνικό στρες και γενετικούς παράγοντες άγχους και ανορεξίας που πιθανόν συμβάλλουν στην ανορεξία στους ανθρώπους.

Οι ερευνητές εξέθεσαν έφηβους ποντικούς σε τουλάχιστον ένα αντίγραφο της γενετικής ποκιλομορφίας BDNF. Το γονίδιο έχει συνδεθεί με ανορεξία και άγχος σε ποντικούς και ανθρώπους.

Στη συνέχεια, υπέβαλαν τους ποντικούς σε περιορισμένη διατροφή, η οποία σύμφωνα με τους ερευνητές, συνήθως προϋπάρχει της ανορεξίας στους ανθρώπους και δρα ως παράγοντας που προκαλεί διατροφικά προβλήματα.
Η πρόσληψη θερμίδων των ποντικών μειώθηκε κατά 20-30% περίπου, ισοδύναμο με αυτή τυπικής μείωσης των θερμίδων στους ανθρώπους.

Η Zeltser δήλωσε ότι ένας παράγοντας ανορεξίας στους ανθρώπους είναι η πίεση από τους συνομηλίκους-ιδιαίτερα η επιθυμία να είναι κάποιος αδύνατος.

Όταν το ενήλικο ποντίκι με γονιδιακή ποικιλομορφία BDNF εκτέθηκε σε στρες κοινωνικής απομόνωσης και περιορισμένη διατροφή, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι ήταν πιο πιθανό να αποφεύγει να τρώει σε σύγκριση με τα ποντίκια της ομάδας ελέγχου.
Όταν οι ερευνητές επέβαλαν αυτούς τους περιβαλλοντικούς παράγοντες σε ενήλικες ποντικούς, οι αλλαγές στη διατροφική συμπεριφορά δεν συνέβησαν.

Επιπλέον, όταν οι ερευνητές επέβαλαν είτε το κοινωνικό στρες είτε τη μειωμένη διατροφή- αλλά όχι και τα δυο- σε έφηβα ποντίκια με τη γονιδιακή μετάλλαξη οι ποντικοί δεν έδειξαν μεγάλη αλλαγή στη διατροφική τους συμπεριφορά.

Η Zeltser δήλωσε ότι τα ευρήματα δείχνουν ότι μόνο η ύπαρξη επικίνδυνου γενότυπου δεν είναι αρκετή να προκαλέσει συμπεριφορά ανορεξίας αλλά δείχνουν προς ευαισθησία σε κοινωνικό στρες και δίαιτα- ιδιαίτερα στην εφηβεία. Χρειάζονται όλοι αυτοί οι παράγοντες για να φανεί η μεγάλη επίδραση στη διατροφή.

Επειδή η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε ποντικούς και όχι σε ανθρώπους οι ερευνητές σημειώνουν ότι πάντα θα υπάρχουν ερωτήσεις σχετικά με την έκταση στην οποία ένα μοντέλο σε ποντικούς μπορεί να απεικονίσει πλήρως μια τόσο πολύπλοκη διαταραχή.

Ωστόσο, δήλωσαν ότι υπάρχουν σημαντικοί παράγοντες στο μοντέλο τους που αντικατοπτρίζουν με ακρίβεια τις καταστάσεις που εκτιμάται ότι προάγουν τις διατροφικές διαταραχές.

Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ του στρες στην αρχή της ζωής και της γονιδιακής ποικιλομορφίας BDNF, αυξάνοντας την ευαισθησία. Η δίαιτα συχνά προϋπάρχει της έναρξης της ανορεξίας και η υψηλή εμφάνισή της είναι στην εφηβεία.
Ο ερευνητής Moneek Madra, του CUMC δήλωσε ότι στο τέλος οι ερευνητές πετύχαν ένα μοντέλο που αναπαριστά στενά τους παράγοντες που προκαλούν την ανορεξική συμπεριφορά στους ανθρώπους.

Οι ερευνητές τώρα χρησιμοποιούν το νέο μοντέλο σε ποντικούς για τη διερεύνηση των οδών σηματοδότησης στον εγκέφαλο που μπορεί ενδεχομένως να συμβάλλουν στη συμπεριφορά ανορεξίας. Ελπίζουν ότι θα ανακαλύψουν θεραπευτικούς στόχους στο άμεσο μέλλον.

Η ερευνητική ομάδα του Columbia University Medical Center (CUMC), δημοσίευσε τα αποτελέσματα στο Translational Psychiatry.

 

Πηγές: Translational Psychiatry.