Ερευνητές ανακάλυψαν ενδεχομένως γιατί η ύπαρξη μιας διαταραχής ύπνου ή η εργασία τη νύχτα εκτιμάται ότι αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου2.

Μια γενετική ποικιλομορφία οδηγεί τα βήτα- κύτταρα που παράγουν ινσουλίνη να είναι πιο ευαίσθητα στη μελατονίνη, επηρεάζοντας την ικανότητά τους να εκκρίνουν ινσουλίνη και τον έλεγχο του σακχάρου, σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Cell metabolism.

Η μελατονίνη ρυθμίζει τον κιρκαδιανό ρυθμό αντιδρώντας στο φως και στο σκοτάδι κατά τη διάρκεια της ημέρας. Η ορμόνη αυξάνεται φτάνοντας στην οροφή τη νύχτα κατά τον ύπνο-μέρος της αιτίας που έχει χρησιμοποιηθεί ως φάρμακο για τον ύπνο.

Η ποικιλομορφία προκαλεί αύξηση των επιπέδων των υποδοχέων μελατονίνης στα βήτα -κύτταρα καθιστώντας τα πιο ευαίσθητα στη μελατονίνη και εμποδίζοντάς τα από το να εκκρίνουν ινσουλίνη.

Ο Hindrik Mulder, καθηγητής στο Lund University, δήλωσε ότι το ένα τρίτο όλων των ανθρώπων φέρει τη συγκεκριμένη γονιδιακή ποικιλομορφία. Τα νέα ευρήματα δείχνουν ότι η επίδραση της μελατονίνης είναι πιο ισχυρή σε αυτούς. Ο ερευνητής πιστεύει ότι αυτό εξηγεί τον αυξημένο κίνδυνο για εμφάνιση διαβήτη τύπου 2.

Ερευνητές επέλεξαν 23 υγιείς φορείς της γονιδιακής ποικιλομορφίας και 22 ανθρώπους χωρίς αυτήν και τους χορήγησαν 4 γραμμάρια μελατονίνης πριν τον ύπνο, για 3 μήνες.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι η έκκριση ινσουλίνης ήταν χαμηλότερη στους συμμετέχοντες με τη γενετική ποικιλομορφία και ότι τα επίπεδα γλυκόζης ήταν υψηλότερα στους συμμετέχοντες μετά την αγωγή με μελατονίνη-αλλά πιο σημαντικά σε όσους έφεραν την ποικιλομορφία.

Δεν υπάρχει επιστημονική απόδειξη για τη θεωρία αλλά θα πρέπει να μελετηθεί στο μέλλον με βάση τα ευρήματα, δήλωσε ο Mulder.

 

Πηγές:
Cell metabolism.