Η μικροβιακή αντοχή, η υπερκατανάλωση αντιβιοτικών, οι ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις καθώς και οι προεκτάσεις τους στη Δημόσια Υγεία σε κοινωνικό, επιστημονικό και οικονομικό επίπεδο ήταν το αντικείμενο colloquium με τίτλο Μικροβιακή Αντοχή και Προεκτάσεις στη Δημόσια Υγεία «Μήπως δανειζόμαστε από τα παιδιά μας μεγάλο υγειονομικό κεφάλαιο;» που πραγματοποιήθηκε στο αμφιθέατρο της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ).

Το colloquium διοργάνωσε η Ελληνική Επιστημονική Εταιρεία Οικονομίας και Πολιτικής της Υγείας (ΕΕΕΟΠΥ) και το Ινστιτούτο Οικονομικών της Υγείας, με την επιστημονική υποστήριξη της Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας Φαρμακοοικονομίας (ΕΕΕΦ) και τη συνεργασία του Τομέα Οικονομικών της Υγείας της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας.

Τις εργασίες του colloquium άνοιξε ο κ. Αλκιβιάδης Βατόπουλος, Κοσμήτωρ, Καθηγητής Μικροβιολογίας, τονίζοντας ότι «η μικροβιακή αντοχή αποτελεί ένα βιολογικό φαινόμενο με πολιτικές, οικονομικές και διοικητικές διαστάσεις που για την αντιμετώπιση του, απαιτείται η συνεργασία όλων των εμπλεκομένων φορέων και κυρίως απαιτείται πολιτική βούληση».

«Η λήψη μέτρων με σκοπό τον περιορισμό του φαινομένου είναι επιβεβλημένη», επεσήμανε μεταξύ άλλων ο κ. Σεραφείμ Ζήκας, φαρμακοποιός, Β’ Αντιπρόεδρος του Πανελληνίου Φαρμακευτικού Συλλόγου. «Η χώρα μας κατέχει την παγκόσμια πρωτιά στα ποσοστά κατανάλωσης των αντιβιοτικών φαρμάκων, με αποτέλεσμα να συγκαταλέγεται μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών στις υψηλότερες βαθμίδες βακτηριακής αντοχής, η οποία υπολογίζεται ότι μέχρι το 2050 θα επιφέρει πάνω από 70.000 θανάτους».

«Δεν μπορούμε πλέον να μένουμε σε διαπιστώσεις πρέπει να περάσουμε στις δράσεις», τόνισε ο Παναγιώτης Γαργαλιάνος – Κακολύρης Παθολόγος – Λοιμωξιολόγος και Πρόεδρος Ελληνικής Εταιρείας Λοιμώξεων και συμπλήρωσε: «Δράσεις που προϋποθέσουν συνεργασίες μεταξύ της Πολιτείας, της Επιστημονικής Κοινότητας και όλων των εμπλεκόμενων φορέων, στο πλαίσιο ενός Εθνικού Σχεδίου Δράσης. Είμαστε στις πρώτες θέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών με συνέπεια να υπάρχει ανάπτυξη της μικροβιακής αντοχής, γεγονός που οδηγεί σε αυξημένη θνητότητα και υψηλό κόστος υπηρεσιών υγείας».

Στις αιτίες της μικροβιακής αντοχής με σημαντικότερη την υπερβολική χρήση αντιβιοτικών αναφέρθηκε κατά την εναρκτήρια ομιλία του colloquium η κ. Ελένη Γιαμαρέλλου Ομότιμη Καθηγήτρια Παθολογίας ΕΚΠΑ-Λοιμωξιολόγος, Διευθύντρια, Α’ Παθολογική-Λοιμωξιολογική Κλινική Νοσοκομείου «ΥΓΕΙΑ», Πρόεδρος ΔΣ της Ελληνικής Εταιρείας Χημειοθεραπείας, Ακαδημαϊκός Academia Europaea. «Σύμφωνα με στοιχεία της τελευταίας επίσημης έρευνας του ΚΕΕΛΠΝΟ (Νοέμβριος 2015) ένας στους δύο ενήλικες (άνω των 18 ετών) είχε πάρει αντιβιοτικά τον τελευταίο χρόνο και το 71% των παιδιών (κάτω των 18 ετών). Ένας στους τέσσερις που παίρνει αντιβιοτικά το κάνει χωρίς συνταγή γιατρού, είτε αγοράζοντας το (15,6%) είτε έχοντας στο σπίτι από προηγούμενη χρήση (36%) για απλές περιπτώσεις συναχιού (90,7%) πονόλαιμου (76,8%) πυρετού (66,9%) διάρροιας (90,8%) δηλαδή, 100% για ιώσεις». Επίσης η κα Γιαμαρέλλου αναφέρθηκε σε στοιχεία για την νοσοκομειακή υπερκατανάλωση των αντιβιοτικών στην Ελλάδα, σημειώνοντας ότι στο 55% των ασθενών, χορηγούνται αντιβιοτικά ενώ δεν θα έπρεπε να ξεπερνούν το 30%, βρίσκονται δηλαδή  67% πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Με τίτλο «Μικροβιακή αντοχή: περί τίνος πρόκειται;»  η Παναγιώτα Γιακκούπη, Επίκουρη Καθηγήτρια Μικροβιολογίας Δημόσιας Υγείας, κατά την ομιλία της ανέλυσε τη σημασία της απόφασης της ευρωπαϊκής επιτροπής αναφορικά με την ύπαρξη δικτύου επιδημιολογικής επιτήρησης για πλειάδα λοιμώξεων της κοινότητας και επιπλέον ειδικότερα για τις νοσοκομειακές λοιμώξεις και την μικροβιακή αντοχή, τονίζοντας ότι η κατανάλωση των αντιβιοτικών και η μικροβιακή αντοχή δεν αφορά μόνο την ανθρώπινη υγεία αλλά και των ζώων και του περιβάλλοντος.

Στη μικροβιακή αντοχή στη νοσοκομειακή περίθαλψη συγκρίνοντας την ελληνική πραγματικότητα με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή, παρουσιάζοντας τα αποτελέσματα ερευνών που έχουν πραγματοποιηθεί, αναφέρθηκε ο Αχιλλέας Γκίκας, Παθολόγος – Λοιμωξιολόγος, Καθηγητής Παθολογίας-Λοιμώξεων, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Κρήτης: «τα παραδείγματα μας δείχνουν ότι παρά το πρόβλημα που υπάρχει διεθνώς, έχουν σημειωθεί θετικές εξελίξεις. Οι εξελίξεις αυτές οφείλονται στην εφαρμογή αυστηρών μέτρων όπως πχ απομόνωση των ασθενών που έχουν προσβληθεί από πολυανθεκτικά μικρόβια, ειδική φροντίδα μέσα σε μονάδες από ειδικό προσωπικό  το οποίο ασχολείται μόνο με αυτούς τους ασθενείς,  σχολαστική καθαριότητα των χεριών με αλκοολούχα διαλύματα και γενικά από την εφαρμογή μιας σειράς αποτελεσματικής δέσμης ενεργειών. Στο νοσοκομειακό περιβάλλον όλοι πρέπει να λειτουργούν βάσει των κανόνων (υγιεινή γιατρών, νοσηλευτών, ασθενών, επισκεπτών, συνθήκες νοσηλείας)».

«Η μικροβιακή αντοχή εξαρτάται μεταξύ άλλων από την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας, την μετακίνηση των πληθυσμών, τη χρήση αντιβιοτικών στην κτηνοτροφία και τη γεωργία, τις κλιματικές συνθήκες αλλά και στις εσφαλμένες πρακτικές αντιμικροβιακής θεραπείας. Από χώρα σε χώρα διαφέρει και ταυτίζεται με τα χαρακτηριστικά (ιδιαιτερότητες) κάθε περιοχής» εξήγησε κατά την ομιλία του ο κ. Αθανάσιος Τσακρής, Καθηγητής Μικροβιολογίας, Διευθυντής, Εργαστήριο Μικροβιολογίας, Ιατρική Σχολή Αθηνών, ΕΚΠΑ αναφερόμενος στην επιδημιολογία της μικροβιακής αντοχής εντός κοινότητας. «Το 2017, η κατανάλωση αντιβιοτικών για συστημική χρήση στην κοινότητα (δηλαδή εκτός των νοσοκομείων) ήταν 21,8 καθορισμένη ημερήσια δόση (DDD) ανά 1000 κατοίκους ανά ημέρα, κυμαινόμενη από 10,1 στις Κάτω Χώρες έως 33,6 στην Κύπρο. Κατά την περίοδο 2013-2017: παρατηρήθηκε πτωτική τάση για τη Φινλανδία, τη Γερμανία, την Ιταλία, το Λουξεμβούργο, τις Κάτω Χώρες, τη Νορβηγία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο».

Στις πολιτικές για την αντιμετώπιση της μικροβιακής αντοχής αναφέρθηκε η Φλώρα Κοντοπίδου Παθολόγος - Λοιμωξιολόγος, Υπεύθυνη Γραφείου Νοσοκομειακών Λοιμώξεων και Μικροβιακής Αντοχής, ΕΟΔΥ, η οποία τόνισε την ανάγκη βελτίωσης της ευαισθητοποίησης και της κατανόησης της μικροβιακής αντοχής μέσω της  αποτελεσματικής επικοινωνίας, εκπαίδευσης και κατάρτισης όλων των εμπλεκόμενων φορέων, την ενίσχυση της γνώσης και της τεκμηρίωσης μέσω της επιτήρησης και της έρευνας, καθώς και τη μείωση των λοιμώξεων μέσω της αποτελεσματικής εφαρμογής των μέτρων πρόληψης και ελέγχου λοιμώξεων. Στα απαραίτητα μέτρα περιέλαβε επίσης, την ορθή χρήση μικροβιακών παραγόντων στους ανθρώπους και στα ζώα και το σχεδιασμό οικονομικών μελετών σχετικά με βιώσιμες επενδύσεις λαμβάνοντας υπ’ όψη τις ανάγκες των χωρών, αυξάνοντας την έρευνα σε νέα φάρμακα, διαγνωστικά εργαλεία, εμβόλια και άλλες παρεμβάσεις, συνδυάζοντας παράλληλα αυτές τις παρεμβάσεις με ορθολογική χρήση και προσιτή αγοραστική αξία.

Οι οικονομικές επιπτώσεις της μικροβιακής αντοχής ήταν το θέμα της ομιλίας του Κώστα  Αθανασάκη Οικονομολόγου Υγείας, ο οποίος τόνισε ότι η μικροβιακή αντοχή είναι ένα παγκόσμιο αλλά και ελληνικό πρόβλημα. Μια σοβαρή απειλή για την κοινωνική ευημερία. «Η μικροβιακή αντοχή οδηγεί σε αυξημένες ανάγκες φροντίδας αλλά και σημαντικές δαπάνες για το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Για τον ασθενή, ενδεχόμενη θνησιμότητα, κακή ποιότητα ζωής, απουσία από την εργασία/ διαφυγόντα έσοδα. Για το νοσοκομείο οικονομική από την νοσηλεία αλλά και την ανάγκη ανάπτυξης δομών. Για παράδειγμα, το κόστος ανά ημέρα νοσηλείας στα ελληνικά δημόσια νοσοκομεία  (συμπεριλαμβανομένων των μισθών του προσωπικού) είναι περί τα 450 Ευρώ ανά ημέρα και στην εντατική, περί τα 1.800 ευρώ, με μέσο όρο νοσηλείας τις δέκα ημέρες. Η χώρα χάνει περίπου 1,83 δισ. το χρόνο λόγω της αντοχής (φάρμακα, νοσηλεία, έλλειμμα παραγωγικότητας κ.α). Η αντοχή είναι στην πρώτη δεκάδα των παθήσεων για το κόστος στο σύστημα υγείας, όπως η καρδιακή νόσος, τα νεοπλάσματα, ο διαβήτης.

Στο ίδιο μήκος κύματος ο Γιάννης Κυριόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής, ΕΣΔΥ επεσήμανε ότι πρόκειται για έναν παγκόσμιο καταστροφικό κίνδυνο που αν δεν αντιμετωπιστεί τις επιπτώσεις της σε πολλαπλάσιο βαθμό θα υποστούν οι μετέπειτα γενεές. Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Κυριόπουλος τόνισε ότι «για να αλλάξει η κατάσταση και η Ελλάδα να φύγει από τις πρώτες θέσεις με τη μεγαλύτερη κατανάλωση αντιβιοτικών και τη μικροβιακή αντοχή απαιτείται  πρόληψη λοιμώξεων, σωστή θεραπεία και σωστή χρήση αντιβιοτικών. Κάτι που πρέπει να γίνει συνείδηση όλων, καθώς το τέλος των «θαυμαστών φαρμάκων» είναι επί θύρας, εφόσον  δεν έχουν κυκλοφορήσει την τελευταία δεκαετία ούτε πρόκειται να κυκλοφορήσουν τουλάχιστον για μια δεκαετία νεότερα αντιβιοτικά δραστικά στα ανθεκτικά μικρόβια».

Στις προϋποθέσεις για μια Πολιτική Διαχείρισης και Ελέγχου της Μικροβιακής Αντοχής  στην Ελλάδα, αναφέρθηκαν οι συμμετέχοντες στη συζήτηση στρογγυλής Τράπεζας κ.κ. Γιώργος Δάικος ομότιμος καθηγητής Παθολογίας Λοιμώξεων, Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ, Νικόλας Σύψας Παθολόγος Λοιμωξιολόγος, Καθηγητής, Ιατρική Σχολή Αθηνών ΕΚΠΑ, υπεύθυνος Μονάδας Λοιμώξεων Κλινικής Παθολογικής Φυσιολογίας, Πρόεδρος, της Επιτροπής Νοσοκομειακών Λοιμώξεων του ΓΝΑ «Λαϊκό». Τονίστηκε ότι η διαχείριση της μικροβιακής αντοχής και κατ’ επέκταση ο έλεγχος των νοσοκομειακών λοιμώξεων είναι σημαντικός παράγοντας για την επιβίωση των υγειονομικών συστημάτων, καθώς το κόστος είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Για την αντιμετώπισή του κρίνεται απαραίτητη η χρηματοδότηση των προγραμμάτων ελέγχου λοιμώξεων, καθώς και δημιουργία Τμημάτων Ελέγχου Λοιμώξεων στα ελληνικά νοσοκομεία και η ύπαρξη τουλάχιστον ενός λοιμωξιολόγου, σε κάθε νοσοκομείο της χώρας. Παράλληλα έγινε παρουσίαση των αποτελεσμάτων καλών πρακτικών από την εφαρμογή ενός ασφαλούς προγράμματος επιτήρησης κατανάλωσης αντιβιοτικών με τα πρώτα θετικά αποτελέσματα να διαφαίνονται. Ωστόσο, όπως τόνισαν οι δύο ομιλητές, πρέπει να δοθεί περαιτέρω ώθηση με επένδυση σε εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, εκπαίδευση και συνεχή επιμόρφωση και διαδικασίες αξιολόγησης. Η αλλαγή συμπεριφοράς όλων των εμπλεκόμενων αποδεκτών είναι σημαντική για να εφαρμοστούν αποτελεσματικές παρεμβάσεις.