Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), το 2030 περισσότερες από 1,5 δισεκατομμύριο γυναίκες θα έχουν περάσει το «κατώφλι» των 50 ετών, το οποίο σε πολλές περιπτώσεις αποτελεί και την… πόρτα στην εμμηνόπαυση, στην οριστική διακοπή δηλαδή της εμμήνου ρύσεως. Στη χώρα μας, σύμφωνα με στοιχεία, ο μέσος όρος ηλικίας εμφάνισης της εμμηνόπαυσης είναι τα 52 έτη.

Στη δεκαετία μετά την εμμηνόπαυση, όπως ανέφερε η πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Εμμηνόπαυσης (ΕΛΕΤΕΜ) κα. Αθανασία Παππά, σε ειδική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε,  οι γυναίκες γίνονται ευάλωτες σε χρόνιες ασθένειες, όπως καρδιαγγειακές παθήσεις, οστεοπόρωση και καρκίνο. Η εμμηνόπαυση παρέχει στις γυναίκες την ευκαιρία να επανεξετάσουν την υγεία και τον τρόπο ζωής τους και να κάνουν αλλαγές που θα ωφελήσουν τη μελλοντική ευημερία τους». 

Πάντως, οι ειδικοί του ΠΟΥ σημειώνουν ότι μια εμμηνοπαυσιακή γυναίκα μπορεί να προσβλέπει σε τουλάχιστον άλλα 30 χρόνια υγιούς και παραγωγικής ζωής, η οποία όμως χαρακτηρίζεται από την έλλειψη των προστατευτικών γυναικείων ορμονών, που είναι τα οιστρογόνα.

Μείωση οιστρογόνων

Η εμμηνόπαυση, διευκρίνισε ο κ. Παν. Χριστόπουλος, Μαιευτήρας Γυναικολόγος, Διδάκτωρ ΕΚΠΑ και μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της ΕΛΕΤΕΜ, είναι ένα φυσιολογικό φαινόμενο και δεν είναι πάθηση. Οφείλεται στη μείωση των οιστρογόνων και επηρεάζει την ποιότητα ζωής της γυναίκας. Έχει κύριο χαρακτηριστικό την έξαψη. Επίσης μπορεί να εμφανιστούν διαταραχές ύπνου, νευρικότητα και άγχος, κόπωση και απώλεια μνήμης. Σεξουαλική δυσλειτουργία και μείωση ή και απώλεια της σεξουαλικής επιθυμίας (libido), καθώς και σημάδια κατάθλιψης.

Επίσης η γυναίκα είναι πιο επιρρεπής στις κολπίτιδες αλλά και στις ουρολοιμώξεις. Μπορεί να εμφανίσει ακράτεια ούρων, ενώ έχει 2-6 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσει προβλήματα από την καρδιά και τα αγγεία της. Σοβαρότατο πρόβλημα της εμμηνόπαυσης είναι και η οστεοπόρωση. Μια νόσος των οστών, που εμφανίζουν χαμηλή πυκνότητα, και συνεπώς χαμηλή ανθεκτικότητα και αντοχή. Έχοντας λοιπόν στόχο τη διατήρηση της ποιότητας ζωής και την εξασφάλιση υγείας της εμμηνοπαυσιακής γυναίκας, η πρόληψη και η σωστή αντιμετώπιση των επιπτώσεων της εμμηνόπαυσης έχει μεγάλη σημασία. Οπότε, πριν την έναρξη οποιασδήποτε θεραπείας πρέπει να γίνεται λεπτομερής εξέταση από τους ειδικούς.

Εμμηνόπαυση και δέρμα

Το δέρμα των γυναικών υποφέρει κατά τη διάρκεια της εμμηνόπαυσης, επεσήμανε ο κ. Κων. Καλοκασίδης, Δερματολόγος – Αφροδισιολόγος, Διδάκτωρ ΑΠΘ και μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της ΕΛΕΤΕΜ. Με το πέρασμα του χρόνου, οι βασικές λειτουργίες της επιδερμίδας όπως η ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος, η προστασία από τις ακτίνες του ήλιου και τα μικρόβια και η αποθήκευση θρεπτικών ουσιών και νερού, αρχίζουν να αλλοιώνονται.

Αν και εξαρτάται από το DNA και τον τρόπο ζωής της κάθε γυναίκας, από την ηλικία των 50 ετών εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια γήρανσης του δέρματος που είναι ξηρότητα, χαλάρωση, ρυτίδες, απώλεια ελαστικότητας, χρωματικές αλλαγές, καθώς και προβλήματα με τα αγγεία.

Η προστασία από την ήλιο με τη χρήση αντιηλιακού με υψηλό δείκτη προστασίας, ακόμα και εάν έχει συννεφιά ή κρύο, η χρήση αντιγηραντικών καλλυντικών κρεμών που περιέχουν διάφορα ενεργά συστατικά με αποδεδειγμένη αντιγηραντική δράση, η καλή υγιεινή δέρματος, η σωματική άσκηση, ο πολύωρος βαθύς ύπνος, η ισορροπημένη διατροφή με βιταμίνες, μεταλλικά στοιχεία και αντιοξειδωτικά, η αποφυγή του καπνίσματος, του άγχους και του αλκοόλ είναι αυτά που πρέπει να κάνει κάθε γυναίκα που θέλει να έχει νεανικό δέρμα σε αυτή την περίοδο.

Βεβαίως, υπάρχουν και οι διάφορες θεραπείες που γίνονται από τους ειδικούς στο ιατρείο όπως οι εγχύσεις με διάφορα ενέσιμα εμφυτεύματα για τις βαθιές ρυτίδες, η χρήση βοτουλινικής τοξίνης (Botox) για τη μείωση των εκφραστικών ρυτίδων, η μεσοθεραπεία ενυδάτωσης, το χημικό peeling για ανανέωση της επιδερμίδας. Οι γεροντικές κηλίδες αντιμετωπίζονται με εφαρμογή λευκαντικών κρεμών, ειδικών peelings και εξειδικευμένα lasers Q-Switched Laser.

Ιδιαίτερα προβλήματα στόματος και γνάθου κατά την εμμηνόπαυση

Η οστεοπόρωση αποτελεί μια κατάσταση αρκετά διαδεδομένη στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση. Τα διφωσφονικά φάρμακα και η δενοσουμάμπη χρησιμοποιούνται με αυξανόμενη συχνότητα στην αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης. Παρά την ευεργετική τους δράση, τα φάρμακα αυτά έχουν και ανεπιθύμητες ενέργειες. Η σημαντικότερη επιπλοκή που σχετίζεται με τη λήψη τους, και μπορεί να αποβεί εξαιρετικά σοβαρή, είναι η οστεονέκρωση των γνάθων, τόνισε ο κ. Συμεών Ψωμιάδης, Γναθοπροσωπικός Χειρουργός και Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της ΕΛΕΤΕΜ. Η συχνότητα της εμφάνισης της οστεονέκρωσης αυξάνεται όταν η χρήση των φαρμάκων συνδυάζεται με συγκεκριμένους προδιαθεσικούς παράγοντες και συνοσηρότητες. Μπορεί, δε να συμβεί αυτόματα ή να συνδέεται με κάποιες οδοντιατρικές παρεμβάσεις.

Με δεδομένα τα ανωτέρω, είναι σημαντικό τόσο οι παθολόγοι που χορηγούν τα συγκεκριμένα φάρμακα όσο και οι ίδιοι οι ασθενείς που τα λαμβάνουν να είναι ενήμεροι για τον κίνδυνο οστεονέκρωσης των γνάθων. Απαραίτητο είναι να γίνεται εκτίμηση από οδοντίατρο πριν την έναρξη χορήγησης των συγκεκριμένων φαρμάκων ώστε να αντιμετωπίζονται έγκαιρα πιθανοί προδιαθεσικοί παράγοντες. Απαραίτητο είναι επίσης, με την υποψία ή την διαπίστωση οστεονέκρωσης να γίνεται άμεση παραπομπή σε ειδικό ώστε να αποφεύγεται η επιδείνωση των συμπτωμάτων αλλά και να μειώνεται η ανάγκη για εξαιρετικά περίπλοκες θεραπείες.

Λύσεις για τις αλλαγές στο σώμα και το πρόσωπο κατά την εμμηνόπαυση

Το menopause make over, επεσήμανε η κ. Ευαγγελία Τσάτη, Πλαστική Χειρουργός και μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της ΕΛΕΤΕΜ, είναι ο όρος που χρησιμοποιεί η σύγχρονη πλαστική χειρουργική. Στόχος είναι να βοηθήσει την γυναίκα στην περίοδο της εμμηνόπαυσης. Η εργασία των Ελβετών ψυχιάτρων στη Βασιλεία το 2012 ότι η βουτυλινική τοξίνη μπορεί να αντιμετωπίσει την κατάθλιψη βοήθησε γενικά στην απενεχοποίηση των αισθητικών μεθόδων. Βελτιώνοντας την εμφάνισή μας βελτιώνουμε αυτόματα και την αυτοπεποίθησή μας, άρα και την ψυχική μας ισορροπία.

Ας δούμε λοιπόν τι αλλάζει σε αυτή τη φάση της ζωής της γυναίκας: χαλάρωση του δέρματος προσώπου και λαιμού, σακούλες και ρυτίδωση του δέρματος των βλεφάρων, καθώς και λέπτυνση των μαλλιών της κεφαλής. Στο σώμα θα δούμε χαλάρωση στην περιοχή των μπράτσων, του στήθους και του εσωτερικού των μηρών. Παρατηρείται ορμονικής αιτιολογίας συσσώρευση λίπους στη περιοχή της κοιλιάς (apple shape body). Μπορεί να συνυπάρχει με χαλάρωση των κοιλιακών τοιχωμάτων από προηγούμενες εγκυμοσύνες.

Τα όπλα της πλαστικής χειρουργικής για τις παραπάνω μεταβολές είναι: η λιπαναρρόφηση με σύγχρονες μεθόδους που μπορεί να συνοδευτεί και με λιπομεταφορά, η κοιλιοπλαστική, η βραχιονοπλαστική, η άνω και κάτω βλεφαροπλαστική, η μεταμόσχευση μαλλιών, το μίνι lift, η ανόρθωση και αυξητική στήθους και η ανόρθωση γλουτών και μηρών.

Οι μη επεμβατικές μέθοδοι είναι: βουτυλινική τοξίνη, ενέσιμα εμφυτεύματα, lift με νήματα, αναίμακτη βλεφαροπλαστική, ενέσιμη λιπόλυση, αυτόλογη μεσοθεραπεία και αύξηση περιγράμματος προσώπου και χειλιών.

Προβλήματα στη φαρμακοθεραπεία εμμηνοπαυσιακών γυναικών

Τα φάρμακα, τα οποία γενικώς αδειοδοτούνται για όλους, ανεξαρτήτως φύλου συνήθως, χρησιμοποιούνται, με τροποποίηση της δόσης συνήθως ανάλογα με το βάρος, την ηλικία, την μεταβολική ικανότητα του ήπατος και την απεκκριτική δυνατότητα των νεφρών, επεσήμανε ο κ. Δημήτρης Κούβελας, Καθ/τής Φαρμακολογίας & Κλινικής Φαρμακολογίας & Δ/ντής Εργαστηρίου Κλινικής Φαρμακολογίας ΑΠΘ και μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της ΕΛΕΤΕΜ.

Επίσης υπάρχουν προϊόντα, κυρίως ορμονικής φύσης, που αφορούν τις γυναίκες και φυσικά αλλάζουν χρήση σε σχέση με την ηλικία.

Πέρα από τα προφανή όμως, η ίδια η εμμηνόπαυση χαρακτηρίζεται από συμπτώματα που είναι συχνά πολύ ενοχλητικά και χρήζουν φαρμακευτικής αντιμετώπισης.

Κατάθλιψη, εκφυλιστικά νοσήματα, ουρολογικά, μυοσκελετικά, κ.ά. επίσης εμφανίζουν μεγαλύτερη επίπτωση στη συγκεκριμένη ομάδα.

Η ειδική μέριμνα των ιατρών αλλά και των υπολοίπων επαγγελματιών υγείας, πρέπει να ευαισθητοποιηθεί ιδιαιτέρως. ώστε να αποφευχθούν επιπτώσεις υγείας στην μετακλιμακτηριακή περίοδο της γυναίκας, με αποτέλεσμα την μείωση του προσδόκιμου ή ανήκεστο βλάβη της υγείας με αναπηρία και υψηλή νοσηρότητα.