Πάνω από 200 εμπορικά τεστ για την ανίχνευση του ιού HPV (ιού των ανθρωπίνων θηλωμάτων) είναι σήμερα διαθέσιμα.

Τα τεστ αυτά διαφέρουν ως προς την αρχή της μεθόδου που χρησιμοποιούν και ως προς το πού στοχεύουν και πιο συγκεκριμένα σε ποιες περιοχές του γονιδιώματος του ιού. Υπάρχουν τεστ που στοχεύουν στο μόριο του DNA και άλλα που στοχεύουν στο μόριο του mRNA.

Ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας οφείλεται στην λοίμωξη από τον ιό HPV. Ο HPV είναι τόσο συχνός που οι επιστήμονες εκτιμούν ότι κάθε γυναίκα που είναι σεξουαλικά ενεργή, κάποια στιγμή στη διάρκεια της ζωής της θα μολυνθεί από τον ιό. Στην συντριπτική πλειοψηφία όμως των περιπτώσεων ο ιός υποχωρεί, γιατί ο οργανισμός τον αντιμετωπίζει και δεν προκύπτει καμία βλάβη στον τράχηλο.

Για τον λόγο αυτό, η ανάγκη εφαρμογής ειδικών μοριακών εξετάσεων ανίχνευσης της HPV λοίμωξης  που μπορούν να ξεχωρίσουν ποιες γυναίκες διατρέχουν πραγματικό κίνδυνο είναι καθοριστικής σημασίας. Διότι μόνον αυτές οι γυναίκες χρειάζεται να μπουν σε θεραπεία και αντίστοιχα εκείνες που δεν διατρέχουν κίνδυνο (παρά το ότι έχουν προσβληθεί από τον ιό) δεν θα υποστούν αφαιρετικές μεθόδους θεραπείας που θα μπορούσαν ενδεχομένως να προκαλέσουν σοβαρές ανεπιθύμητες παρενέργειες σε μελλοντικές κυήσεις.

Η μοριακή ανίχνευση των Ε6/Ε7 ογκοπρωτεινών του mRNA του ιού HPV, μέσω της εξέτασης Aptima, ανιχνεύει ακριβώς αυτό.

Δεδομένα για τη μεγάλη σημασία αυτής της εξέτασης παρουσίασε ο διακεκριμένος Καθηγητής John O’Leary στο πρόσφατο συνέδριο Παθολογίας Τραχήλου και Κολποσκόπησης, που πραγματοποιήθηκε στις 15-17 Νοεμβρίου στα Ιωάννινα, μία συνδιοργάνωση της Ελληνικής Εταιρίας Παθολογίας Τραχήλου και Κολποσκόπησης, της Ελληνικής Εταιρίας Παθολογικής Ανατομικής, της Ελληνικής Εταιρίας Κλινικής Κυτταρολογίας και της Ακαδημαϊκής Ομάδας Μελετών Παθολογίας Τραχήλου.

Ο John O’Leary κατέχει την έδρα της Παθολογικής Ανατομικής στο Trinity College του Δουβλίνου και ηγείται ομάδας επιστημόνων που ερευνά την μοριακή βιολογία του καρκίνου. Συνεργάστηκε στην έρευνα για τον ιό HPV με τον Καθηγητή Harald Zur Hausen, ο οποίος για την ανακάλυψή του σχετικά με την συσχέτιση του ιού με τον καρκίνο τραχήλου της μήτρας, τιμήθηκε το 2008με το βραβείο Nobel.

Έχει εξακριβωθεί ότι το γονιδίωμα του ιού, σε σπάνιες μόνον  περιπτώσεις, αναγκάζει τα κύτταρα που έχουν προσβληθεί να παράγουν υπερβολικές ποσότητες των δύο ογκοπρωτεϊνών Ε6/Ε7, οι οποίες στη συνέχεια αναγκάζουν αυτά τα κύτταρα να πολλαπλασιάζονται ακατάπαυστα, και αυτό σηματοδοτεί την καρκινογένεση. Στην περίπτωση αυτή λέμε πως η λοίμωξη είναι ενεργός, και η πιθανότητα να εξελιχθεί σε προκαρκινική αλλοίωση ή και καρκίνο είναι αυξημένη.

Συνεπώς, εάν διαπιστωθεί με κάποιο τεστ ότι τα κύτταρα του τραχήλου της μήτρας μιας γυναίκας περιέχουν σε αφθονία τις ογκοπρωτεΐνες Ε6/Ε7, τότε η γυναίκα αυτή ανήκει σε μία ομάδα υψηλού κινδύνου και χρειάζεται συχνότερη παρακολούθηση ή και θεραπεία.

Το Aptima test  ανιχνεύει ακριβώς αυτήν την υπερπαραγωγή των ογκοπρωτεϊνών Ε6/Ε7. 

Ένα  αρνητικό Aptima test  μας πληροφορεί ότι είναι εξαιρετικά απίθανο να αναπτυχθεί καρκίνος του τραχήλου της μήτρας μέσα στο εύλογο διάστημα μέχρι την επόμενη επανεξέταση. Μάλιστα, σήμερα υπάρχουν δεδομένα, τα οποία παρουσίασε ο Καθηγητής John O’Leary, από μακροχρόνιες μελέτες για την αποτελεσματικότητα του test έως και για διάστημα 8 ετών. Αποδείχθηκε ότι το Aptima διατηρεί την απόδοση του στην πρόοδο του χρόνου και ότι είναι ένα ασφαλές τεστ για τον έλεγχο των γυναικών για την πρόληψη του καρκίνου τραχήλου της μήτρας.

Συγκριτικά με τα HPV DNA test, το Aptima έδειξε ότι έχει την ίδια υψηλή ευαισθησία (σχεδόν 100%) στην ανίχνευση υψηλόβαθμων βλαβών και καρκίνου, αλλά ταυτόχρονα πολύ μεγαλύτερη ειδικότητα. Αυτό σημαίνει ότι όταν μία γυναίκα ελέγχεται με Aptima ο κίνδυνος να έχει ψευδώς θετικό αποτέλεσμα είναι πολύ μικρότερος από ό,τι με οποιοδήποτε HPV DNA test.

Τα ανωτέρω οφείλονται στο γεγονός ότι τα τεστ που ανιχνεύουν το DNA του ιού (HPV DNA test) δεν μπορούν να διακρίνουν μεταξύ λανθάνουσας και ενεργούς λοίμωξης, δηλαδή, μεταξύ του “απλώς υπάρχει ο ιός” και του “ο ιός υπάρχει και είναι ενεργός”. 

Ο εντοπισμός της ύπαρξης αντιγράφων mRNA των Ε6/Ε7 με την βοήθεια του Aptima test μπορεί να κάνει αυτόν τον διαχωρισμό και για αυτό αποτελεί την πιο ακριβή μέθοδο, που σήμερα διαθέτει η επιστήμη, στον προληπτικό έλεγχο των γυναικών για τον καρκίνο τραχήλου της μήτρας.