Την Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2020 πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, στο ξενοδοχείο MAKEDONIA PALACE, επιστημονική εκδήλωση με θέμα:  “βιοδείκτες στην καρδιολογία 2020”, από την εταιρία  Roche Diagnostics (Hellas) Α.Ε.

Οι ομιλητές, κ.κ. Ιωάννης Παρίσης (Καθηγητής Καρδιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Β’ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική Π.Γ.Ν. «Αττικόν»), Γεώργιος Γιαννακούλας (Επ. Καθηγητής Καρδιολογίας Α.Π.Θ., Α’ Καρδιολογική Κλινική, Π.Γ.Ν.Θ. «ΑΧΕΠΑ»), Βασίλειος Καμπερίδης (Καρδιολόγος, Πανεπιστημιακός Υπότροφος, Α’ Καρδιολογική Κλινική, Π.Γ.Ν.Θ. «ΑΧΕΠΑ»), Χριστόδουλος Παπαδόπουλος (Επ. Καθηγητής Καρδιολογίας Α.Π.Θ., Καρδιολογική Κλινική Γ.Ν.Θ. «Ιπποκράτειο») και Καλή Μακέδου (Επ. Καθηγήτρια, Εργαστήριο Βιοχημείας, Π.Γ.Ν.Θ. «ΑΧΕΠΑ»), με προεδρείο τους Καθηγητές Χαράλαμπο Καρβούνη και Ιωάννη Παρίση  παρουσίασαν τα νεότερα δεδομένα από τη χρήση βιοδεικτών  στις καρδιαγγειακές παθήσεις  και εμπειρίες από την εφαρμογή τους στην καθημερινή εργαστηριακή και κλινική πράξη σε ειδικό ακροατήριο ειδικών καρδιολόγων και εργαστηριακών ιατρών και βιολόγων.

Ο κ. Γεώργιος Γιαννακούλας παρουσίασε τα προγνωστικά scores στα καρδιαγγειακά νοσήματα: «Η διαστρωμάτωση κινδύνου είναι μία σημαντική διαδικασία στην πρόγνωση των διαφόρων καρδιαγγειακών νοσημάτων. Για την αξιολόγηση της διαστρωμάτωσης κινδύνου νοσηρότητας και θνητότητας έχει αναπτυχθεί ένας μεγάλος αριθμός προγνωστικών μοντέλων, τα οποία βοηθούν τους κλινικούς γιατρούς να συζητήσουν με τους ασθενείς τους δεδομένα που αφορούν την κλινική πορεία και την μέσο- και μακροπρόθεσμη πρόγνωση της νόσου τους. Αυτό είναι εφικτό τόσο στην πρωτογενή πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων, όσο και στην δευτερογενή πρόληψη σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, κολπική μαρμαρυγή, και πνευμονική υπέρταση. Τα περισσότερα σκορ και μοντέλα πρόγνωσης χρησιμοποιούν κλινικές παραμέτρους, ενώ η ολοένα αυξανόμενη χρησιμοποίηση βιοδεικτών, όπως είναι η τροπονίνη και τα νατριουρητικά πεπτίδια, φαίνεται ότι αποκτά επιπρόσθετη αξία στην αξιολόγηση της πρόγνωσης των ασθενών στην καθ’ ημέρα κλινική πράξη».

Ο κ. Ιωάννης. Παρίσης ανέδειξε την Κλινική και Οικονομική αξία του αλγόριθμου τροπονίνης Τ υψηλής ευαισθησίας της μίας ώρας στο οξύ στεφανιαίο σύνδρομο. H τροπονίνη Τ υψηλής ευαισθησίας είναι ένα σύγχρονο εργαλείο για τον κλινικό γιατρό για την έγκαιρη διάγνωση, διαστρωμάτωση κινδύνου και την καθοδήγηση της θεραπείας των οξέων στεφανιαίων συνδρόμων. Ο αλγόριθμος μίας ώρας είναι μία νέα στρατηγική που μειώνει σημαντικά το χρόνο παραμονής στο ΤΕΠ των ασθενών με θωρακικό άλγος. Η ευρεία χρήση του συστήνεται ισχυρά από την Ευρωπαϊκή καρδιολογική εταιρεία εφόσον η δεύτερη μέτρηση τροπονίνης είναι διαθέσιμη σε χρονικό διάστημα μικρότερο της μίας ώρας. Τέλος, μελέτες κόστους αποτελεσματικότητας δείχνουν ότι η προσέγγιση αυτή μπορεί να ωφελήσει οικονομικά τα σύγχρονα συστήματα υγείας».

O κ. Βασίλειος Καμπερίδης παρουσίασε ένα καινούργιο πεδίο χρήσης των βιοδεικτών, στην καρδιογκολογία. «Η χρήση των χημειοθεραπευτικών φαρμάκων και της ακτινοθεραπείας στους ογκολογικούς ασθενείς έχει σημαντικά παρατείνει την επιβίωσή τους, όμως σε πολλές περιπτώσεις οι θεραπείες αυτές είναι καρδιοτοξικές, δηλαδή προκαλούν μείωση στο κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας. Οι βιοδείκτες τόσο οι αιματολογικοί, όπως η τροπονίνη, τα νατριουρητικά πεπτίδια BNP και NT-pro-BNP, η μυελοπεροξειδάση και ο GDF-15, όσο και οι απεικονιστικοί, κυρίως το κλάσμα εξώθησης και το GLS, έχουνε θέση στο να εκτιμούνται πριν την έναρξη της χημειοθεραπείας για να βοηθήσουν στη διαστρωμάτωση του καρδιαγγειακού κινδύνου, κατά την διάρκεια της χημειοθεραπείας για να βοηθούν στην πρόωρη ανίχνευση υποκλινικής καρδιοτοξικότητας και μετά την ολοκλήρωση της χημειοθεραπείας για τον καθορισμό της πρόγνωσης εκ του καρδιαγγειακού. Ο κυριότερος αιματολογικός βιοδείκτης που πρέπει να εκτιμάται πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από την χημειοθεραπεία είναι η τροπονίνη η οποία βοηθάει στην πρώιμη ανίχνευση υποκλινικής καρδιοτοξικότητας και στην έγκαιρη  καρδιολογική θεραπευτική παρέμβαση με στόχο την αναστροφή της καρδιοτοξικότητας.»

Ο κ. Χριστόδουλος Παπαδόπουλος στην ομιλία εξήγησε τη χρήση των Βιοδεικτών στην αντιμετώπιση του αιμορραγικού κινδύνου σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή: «Η κολπική μαρμαρυγή αποτελεί σήμερα την πιο συχνή καρδιακή αρρυθμία η οποία συνοδεύεται με σημαντική νοσηρότητα και θνητότητα. Υπολογίζεται ότι 33 εκατομμύρια άνθρωποι πάσχουν από αυτήν την αρρυθμία στον κόσμο και ο αριθμός τους αναμένεται να διπλασιαστεί στην επόμενη δεκαετία επιφέροντας σημαντική επιβάρυνση στα Συστήματα Υγείας. Η κολπική μαρμαρυγή συνοδεύεται από έναν ετήσιο κίνδυνο θρομβοεμβολών και αντίστοιχο κίνδυνο αιμορραγιών λόγω της απαιτούμενης χρήσης αντιπηκτικών φαρμάκων. Στον κλινικό προσδιορισμό του εκάστοτε κινδύνου και στην αξιολόγηση της θεραπευτικής προσέγγισης ακροβατώντας πολλές φορές μεταξύ θρόμβωσης και αιμορραγίας, σημαντικό ρόλο σήμερα διαδραματίζει η χρήση κάποιων σκορ. Ιδιαίτερα όσον αφορά στην εκτίμηση του κινδύνου αιμορραγίας ένα νεότερο σκορ (ABC score), στο οποίο εμπεριέχονται απόλυτες τιμές νεότερων βιοχημικών δεικτών όπως τροπονίνης T υψηλής ευαισθησίας και GDF 15, φαίνεται να υπερτερεί σε σχέση με τα παλαιότερα σκορ. Το σκορ αυτό φαίνεται να αναγνωρίζει καλύτερα τους ασθενείς εκείνους που κινδυνεύουν περισσότερο από σοβαρές αιμορραγικές εκδηλώσεις. Ο παράγοντας GDF 15 επιπρόσθετα φαίνεται να βοηθάει μαζί με άλλους βιοχημικούς και κλινικούς δείκτες στην έγκαιρη και ορθότερη απομόνωση των πιο επιβαρυμένων ασθενών με κολπική μαρμαρυγή, οι οποίοι και εμφανίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο θρόμβωσης και μικρότερη επιβίωση. Συμπερασματικά, νεότεροι βιοδείκτες φαίνεται πως θα αποτελούν στο άμεσο μέλλον καθημερινά εργαλεία στην διαχείριση των ασθενών με κολπική μαρμαρυγή».

Τέλος, παρουσιάστηκε ο «GDF-15, ένας αναδυόμενος βιοδείκτης στην καρδιολογία». Ο GDF-15 είναι μια πρωτεΐνη που απελευθερώνεται από διάφορα κύτταρα του οργανισμού μας, όπως τα ενδοθηλιακά κύτταρα, τα μακροφάγα, τα λιποκύτταρα, τα μυοκαρδιακά κύτταρα, κ.α. Σε υγιή άτομα τα επίπεδά του είναι χαμηλά, ενώ αυξάνονται σε παθολογικές καταστάσεις, όπως καρκίνος, παχυσαρκία, σακχαρώδης διαβήτης, έμφραγμα του μυοκαρδίου και καρδιακή ανεπάρκεια. «Η χρήση του GDF-15 ως  βιοδείκτη σε συνδυασμό με υπάρχοντες καρδιακούς δείκτες μπορεί να συμβάλλει σημαντικά στην καλύτερη αντιμετώπιση του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου, αλλά και στην πρόληψη επιπλοκών σε έδαφος χρόνιων παθογενειών, όπως η αιμορραγία κατά την αντιμετώπιση της κολπικής μαρμαρυγής».