Η Dr Katerina Johnson, του University of oxford, σε μεγάλη έρευνα σε ανθρώπους, ανακάλυψε ότι η σύνθεση και η ποικιλία του εντερικού μικροβιώματος συνδέονται με διαφορές στην προσωπικότητα, όπως η κοινωνικότητα και ο νευρωτισμός.

Οι περισσότερες έρευνες έχουν γίνει σε ζώα, ενώ αυτές σε ανθρώπους εστίασαν στο ρόλο του εντερικού μικροβιώματος σε νευροψχυχιατρικές νόσους. Αντίθετα, το ενδιαφέρον της ερευνήτριας ήταν να εξετάσει το γενικό πληθυσμό για να διαπιστώσει πώς η ποικιλία στα είδη βακτηρίων που ζουν στο έντερο μπορεί ενδεχομένως να συνδέεται με την προσωπικότητα.

Η έρευνα έδειξε ότι αρκετά είδη βακτηρίων που είχαν συνδεθεί με τον αυτισμό σε προηγούμενες έρευνες συνδέονται  επίσης με διαφορές στην κοινωνικότητα στο γενικό πληθυσμό.

Σύμφωνα με την ερευνήτρια, αυτό υποδεικνύει ότι το εντερικό μικροβίωμα μπορεί ενδεχομένως να συμβάλλει όχι μόνο στα χαρακτηριστικά συμπεριφοράς του αυτισμού αλλά και σε ποικιλία στην κοινωνική συμπεριφορά του γενικού πληθυσμού.

Άλλο ενδιαφέρον εύρημα σχετικό με την κοινωνική συμπεριφορά ήταν ότι άνθρωποι με μεγαλύτερα κοινωνικά δίκτυα έτειναν να έχουν πιο ποικίλο μικροβίωμα, που συχνά συνδέεται με καλύτερη υγεία του εντέρου και γενική υγεία.

Το εύρημα υποδεικνύει ότι το ίδιο μπορεί ενδεχομένως να αληθεύει σε ανθρώπινους πληθυσμούς. Η έρευνα ανακάλυψε ότι άνθρωποι με υψηλότερο στρες είχαν χαμηλότερη ποικιλία στο μικροβίωμα.

Επίσης, η νέα έρευνα έδειξε ότι ενήλικες που σιτίζονταν με φόρμουλα ως παιδιά είχαν λιγότερο ποικίλο μικροβίωμα στην ενήλικο ζωή. Η ερευνήτρια δήλωσε ότι είναι η πρώτη φορά που ερευνάται αυτό σε ενήλικες και τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι η διατροφή του μωρού μπορεί ενδεχομένως να έχει μακροχρόνιες συνέπειες για την εντερική υγεία.

Η ποικιλία συνδεόταν επίσης θετικά με διεθνή ταξίδια, ίσως λόγω της έκθεσης σε καινούργια μικρόβια και διαφορετική διατροφή.

Οι πιο περιπετειώδεις στη διατροφή είχαν πιο ποικίλο εντερικό μικροβίωμα, ενώ όσοι δεν έτρωγαν γαλακτοκομικά είχαν χαμηλότερη ποικιλία.

Επιπλέον, η ποικιλία ήταν μεγαλύτερη σε ανθρώπους με διατροφή υψηλή σε φυσικές πηγές προβιοτικών και πρεβιοτικων, αλλά όχι όταν λαμβάνονταν ως συμπληρώματα.