Νέα έρευνα του NYU Abu Dhabi's Laboratory of Neural Systems and Behavior, για πρώτη φορά χρησιμοποίησε μοντέλο σε ζώα για να δείξει πώς η μη φυσιολογική αρχιτεκτονική του ύπνου μπορεί να είναι προγνωστικός παράγοντας ευαισθησίας στο στρες.

Τα σημαντικά ευρήματα έχουν τη δυνατότητα να ενημερώσουν την ανάπτυξη εξετάσεων ύπνου που μπορούν να συμβάλλουν στον εντοπισμό του ποιος είναι ευάλωτος ή ανθεκτικός σε μελλοντικό στρες.

Στην έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο Frontiers in Neuroscience, επιστήμονες περιγράφουν την ανάπτυξη μοντέλου σε ποντικούς για τον εντοπισμό του πώς διαταραχές στον REM ύπνο οδηγούν σε αυξημένη  ευαισθησία σε μελλοντικό στρες.

Οι ερευνητές αξιολόγησαν χαρακτηριστικά ύπνου σε ανθεκτικά και ευάλωτα στο στρες ποντίκια πριν και μετά την εμφάνιση χρόνιου στρες.

Η κοινωνική συμπεριφορά των ποντικών μετά το στρες χωρίστηκε σε 2 τύπους. Όσους ήταν ευάλωτοι στο στρες κοινωνικής ήττας και που είχαν κοινωνική αποφυγή και όσους ήταν ανθεκτικοί.

Πριν το στρες, ποντικοί ευάλωτοι σε αυτό είχαν αυξημένο  κατακερματισμό του ύπνου NREM λόγω αυξημένης εναλλαγής μεταξύ  NREM και έγερσης και μικρότερης μέσης διάρκειας φάσεων NREM, έναντι ποντικών ανθεκτικών στο στρες.

Η ανάλυση έδειξε ότι χαρακτηριστικά ύπνου πριν το χρόνιο στρες από τις 2 κατηγορίες ποντικών επέτρεψε την πρόβλεψη στην ευαισθησία στο στρες, με ακρίβεια άνω του 80%.

Μετά το χρόνιο στρες, ευάλωτοι ποντικοί διατήρησαν υψηλό κατακερματισμό NREM κατά τη διάρκεια φάσης φωτός-σκοταδιού ενώ ανθεκτικοί ποντικοί είχαν υψηλό κατακερματισμό  NREM μόνο στο σκοτάδι.

Τα ευρήματα δείχνουν, ότι ποντικοί που είναι ευάλωτοι στο στρες κοινωνικής ήττας, έχουν προϋπάρχοντα μη φυσιολογικά χαρακτηριστικά ύπνου -έγερσης πριν την έκθεση στο στρες.

Επιπλέον, επακόλουθη έκθεση στο στρες βλάπτει περαιτέρω τον ύπνο και την ομοιόσταση.

Οι ερευνητές σημείωσαν ότι αυτός ο δείκτης ευαισθησίας στο στρες, ανοίγει οδούς για πολλές πιθανές μελλοντικές έρευνες που θα μπορούσαν να εξηγήσουν  υποβόσκουσες μοριακές διαδικασίες και νευρωνική καλωδίωση που οδηγούν σε διαταραχές του συναισθήματος.

 

Πηγές: Frontiers in Neuroscience.