Του ανταποκριτή μας στη Θεσσαλονίκη, Βασίλη Ιγνατιάδη

Η οδυνηρή εμπειρία του Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου, όταν ο καλπασμός της πανδημίας "γονάτισε" το σύστημα Υγείας και ξεπέρασε τις δυνατότητές του να εξυπηρετήσει τις ανάγκες νοσηλείας στην Ελλάδα, είναι διδακτική. Η ανάλυση των δεδομένων, σήμερα που η κατάσταση χαρακτηρίζεται ως ελεγχόμενη, μπορεί να δείξει το δρόμο για τη συνέχεια, με στόχο να μην ξαναφτάσουμε εκεί, σε ένα ενδεχόμενο ξέσπασμα τρίτου κύματος.Οι επιστήμονες προειδοποιούν πως αν δεν εντοπιστεί έγκαιρα μια νέα έξαρση μπορεί η κατάσταση να ξεφύγει γρήγορα και πάλι.

Ο διευθυντής του Εργαστηρίου Προγραμματισμού και Επεξεργασίας Πληροφοριών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Βασίλης Τσαουσίδης (φωτογραφία κάτω), εντοπίζει στις 500 - 530 κλίνες ΜΕΘ το κρίσιμο σημείο, όπου το σύστημα "γονατίζει" και δυσκολεύεται πλέον να ακολουθήσει την ανάγκη εξυπηρέτησης των ασθενών, με αποτέλεσμα από αυτό το σημείο και μετά η θνητότητα να αυξάνεται ραγδαία.

Όπως δείχνουν οι καμπύλες των επικαιροποιημένων στοιχείων του δεύτερου κύματος, που επεξεργάστηκε ο καθηγητής, επί ένα μήνα - από τις 15 Νοεμβρίου ως τις 15 Δεκεμβρίου - ο αριθμός των διασωληνωμένων ασθενών με COVIDστις ΜΕΘ της χώρας ξεπερνούσε τους 500, με αποκορύφωμα στις 3 Δεκεμβρίου, όταν έφτασε στο αρνητικό ρεκόρ των 622. Στο διάστημα αυτό, όπως αποδεικνύεται, το σύστημα ήταν αδύνατο να ανταποκριθεί με επάρκεια στις ανάγκες νοσηλείας. Αποτέλεσμα ήταν να διπλασιαστεί η θνητότητα των βαριά νοσούντων από 30% σε 65%, όπως έχει αποκαλύψει το iatronet.

Η συγκεκριμένη παρατήρηση επιβεβαιώθηκε και στις ΗΠΑ. Όπως προέκυψε από εκτεταμένη επιστημονική έρευνα σε 88 αμερικανικά νοσοκομεία, που δημοσιεύτηκε πριν από λίγες μέρες, οι ασθενείς με COVID-19 είχαν διπλάσιο κίνδυνο να πεθάνουν όταν η πληρότητα των ΜΕΘ στα νοσοκομεία ήταν κοντά στο όριο κορεσμού.

Τα σημεία "knee" (γονάτισμα) και "cliff" (γκρεμός)

Ο καθηγητής "δανείζεται" τους όρους"knee" και "cliff", που χρησιμοποιεί η θεωρία των δικτύων υπολογιστών, προκειμένου να προσεγγίσει τα σημεία όπου το σύστημα, αντίστοιχα, "γονατίζει" και οδηγείται στο "γκρεμό", λόγω καταστροφικής συμφόρησης.

Για τα ελληνικά δεδομένα, όπως λέει, το σημείο knee, όπου αρχίζει ο κίνδυνος και αυξάνεται ραγδαία και το σύστημα "γονατίζει", είναι οι 500 - 530 κλίνες ΜΕΘ, ενώ το σημείο cliff φτάνει στις 600.

"Φαίνεται σαφώς από το ακόλουθο διάγραμμα (πορτοκαλί βελάκι) ότι κοντά στις 500 κλίνες η κλίση της καμπύλης αλλάζει και η εξυπηρέτηση των ασθενών αποκλίνει ακόμα περισσότερο από την ανάγκη εξυπηρέτησης. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι άμεσα προσβάσιμες κλίνες σε περίπτωση έξαρσης δεν είναι στην πραγματικότητα 600 αλλά περίπου 500-530", αναφέρει στο iatronet ο κ. Τσαουσίδης και προσθέτει: "από κει και μετά, η πιθανότητα αλλά και η αποτελεσματικότητα της νοσηλείας σε ΜΕΘ μειώνονται ραγδαία και ο λόγος είναι απλός: το σύστημα εξυπηρέτησης είναι κατανεμημένο γεωγραφικά. Έτσι, η απόφαση να μεταφερθεί ασθενής της Δράμας σε ΜΕΘ της Αθήνας που διαθέτει ελεύθερη κλίνη την κρίσιμη ώρα είναι δυσκολότερη και αμφιβόλου αποτελεσματικότητας. Συνεπώς, η εξυπηρέτηση από το 530 και μετά δυσχεραίνεται ραγδαία και η θνητότητα αυξάνεται ραγδαία".

Σύμφωνα με τον ίδιο, από την εξέλιξη της γραφικής παράστασης επαληθεύεται σήμερα ότι οι περισσότεροι θάνατοι το διάστημα 15 Νοεμβρίου - 15 Δεκεμβρίου συνέβησαν εκτός ΜΕΘ ακριβώς επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμες ΜΕΘ. Είναι προφανές ότι όσο υπάρχει προσβασιμότητα σε ΜΕΘ οι θάνατοι είναι πολύ λιγότεροι, σημειώνει.

Ποιος είναι ο κίνδυνος σήμερα

Αξιολογώντας την σημερινή εικόνα, όπου η πληρότητα των ΜΕΘ μετά από μια περίοδο αποκλιμάκωσης έχει "κολλήσει" εδώ και μέρες κοντά στις 300 κλίνες, ο καθηγητής αναφέρει πως αυτό δείχνει μια ήπια μείωση της ροής από τις κλινικές. Ο ίδιος προειδοποιεί για τον κίνδυνο η πίεση να αυξηθεί ραγδαία αν δεν εντοπιστεί έγκαιρα μια νέα έξαρση.

"Επειδή δεν έχει αυξηθεί η συνολική δυναμικότητα των ΜΕΘ, ο δείκτης κινδύνου παραμένει υψηλός. Σε περίπτωση έξαρσης, ο χρόνος που θα χρειαστεί να προσεγγίσουμε το προειδοποιητικό σημείο knee και από εκεί τον γκρεμό (cliff) είναι ελάχιστος", επισημαίνει και προσθέτει: "επομένως, είναι καίριας σημασίας η δυνατότητα άμεσης ανίχνευσης αυτής της έξαρσης. Κατά τη γνώμη μου, ο μόνος τρόπος να συμβεί αυτό άμεσα και αξιόπιστα είναι η στοχευμένη καθημερινή δειγματοληψία επιτόπου στις εστίες μαζικής μετάδοσης: στα σχολεία, τους χώρους εργασίας και σε πολίτες που χρησιμοποιούν Μέσα Μαζικής Μεταφοράς".

Μια άλλη παράμετρος που υπογραμμίζει είναι πως ο χρόνος που χρειάζεται η διακομιδή από μια πόλη σε άλλη με διαθέσιμη ΜΕΘ σε ένα παραφορτωμένο σύστημα φαίνεται να είναι κρίσιμος και το κόστος για την αποτελεσματικότητα μεγάλο. "Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι αν ο σχεδιασμός ήταν ή είναι να επεκτείνουμε επί τούτου κάποιες υπάρχουσες κεντρικές ΜΕΘ (on-demand) εφόσον παρατηρήσουμε έξαρση της επιδημίας, τότε η λύση αυτή δεν είναι αποτελεσματική. Η λύση αυτή μπορεί να συνεισφέρει μόνο μεσοπρόθεσμα και θεωρητικά αυτός ο σχεδιασμός εν μέσω έξαρσης θα μπορούσε να οδηγήσει τους Δραμινούς ασθενείς του παραδείγματός μας να νοσηλεύονται στην Αθήνα και όταν πληρωθούν οι θέσεις της Αθήνας, οι νοσούντες Αθηναίοι να νοσηλεύονται (με καθυστέρηση) στην Πάτρα, τη Λάρισα ή τη Δράμα. Η γεωγραφική κατανομή των ΜΕΘ φαίνεται να είναι πολύ περιορισμένη και να μην μπορεί να εξυπηρετήσει αποτελεσματικά τις (αναμενόμενες) στατιστικές αποκλίσεις της γεωγραφίας των νοσούντων", υποστηρίζει και προσθέτει πως "είναι σκόπιμο να δημιουργηθούν/ενισχυθούν περιφερειακά κέντρα ώστε να αποκτήσει μεγαλύτερη ευελιξία το σύστημα Υγείας σε περιόδους κρίσης".

Η αμερικανική μελέτη

Ο κίνδυνος θανάτου ασθενών με COVIDσε ΜΕΘ διπλασιάζεται όταν αυτές βρίσκονται κοντά στο όριο πληρότητά τους, όπως έδειξε η εκτεταμένη επιστημονική μελέτη σε 88 αμερικανικά νοσοκομεία πουδημοσιεύτηκε στο αμερικανικό ιατρικό περιοδικό "JAMA NetworkOpen".

Οι επιστήμονες, με επικεφαλής τη δρα Ντον Μπραβάτα του υπουργείου Υποθέσεων Βετεράνων των ΗΠΑ, ανέλυσαν στοιχεία για 8.516 ασθενείς με Covid-19 και μέση ηλικία 68 ετών, που εισήχθησαν σε 88 αμερικανικά νοσοκομεία το 2020, εκ των οποίων οι 1.410 τελικά έφυγαν από τη ζωή (μέσο ποσοστό 17%).

Από την ανάλυση προέκυψε πως όσοι είχαν νοσηλευθεί σε ΜΕΘ που λειτουργούσαν με πληρότητα μεταξύ 75% και 100% των κλινών τους είχαν -κατά μέσο όρο- σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο θανάτου (+ 94%) σε σχέση με όσους νοσηλεύθηκαν σε ΜΕΘ με πληρότητα κάτω του 25%. Για τις ΜΕΘ με πληρότητα 50% έως 75% η αύξηση του κινδύνου θανάτου ήταν 19%.

Από την αρχή της πανδημίας, σύμφωνα με τη μελέτη, έως το 30% των ασθενών με Covid-19 που εισάγονται στο νοσοκομείο χρειάζονται νοσηλεία σε ΜΕΘ και πολλοί από αυτούς διασωλήνωση.