Της Σοφίας Νέτα

Νέα γενιά βηματοδοτών, η οποία πρόσφατα ήρθε στη χώρα μας, επιτρέπει τη διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας στους ασθενείς στους οποίους εμφυτεύονται, κάτι που ήταν επικίνδυνο να γίνει με τους παλαιότερους.

Ήδη έχουν εμφυτευθεί σε δύο ασθενείς στη χώρα μας, σ΄έναν ασθενή στο Ηράκλειο Κρήτης και σ΄έναν στην Αθήνα στο ‘Ερρίκος Ντυνάν’.

Το γεγονός αυτό έχει τεράστια σημασία για χιλιάδες ασθενείς στη χώρα μας, καθώς οι ειδικοί εκτιμούν ότι οι μισοί (ποσοστό 50%) ή ακόμη και οι 3-4 (ποσοστό 75%) ασθενείς με βηματοδότη θα χρειαστούν σε κάποια στιγμή να υποβληθούν σε μαγνητική τομογραφία.

Όπως είναι γνωστό, η μαγνητική τομογραφία είναι θεμελιώδους σημασίας για τη διάγνωση διαφόρων μορφών καρκίνου, καθώς και νευρολογικών παθήσεων. Με τους βηματοδότες παλαιότερης τεχνολογίας η εξέταση αυτή αποτελούσε αντένδειξη για τους ασθενείς.

Αυτό τόνισαν σε συνέντευξη τύπου ο Εκλεγείς Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Αρρυθμιών, Καθηγητής Καρδιολογίας Πανεπιστημίου Κρήτης, Διευθυντής Καρδιολογικής Κλινικής Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ηρακλείου κ. Π. Βάρδας και ο Διευθυντής Καρδιολογικής Κλινικής Νοσοκομείου ‘Ερρίκος Ντυνάν’ κ.

Γ. Θεοδωράκης.

Οι δύο διακεκριμένοι Έλληνες καρδιολόγοι αναφέρθηκαν σε μια μεγάλη πολυκεντρική κλινική μελέτη, η οποία περιέλαβε δείγμα 470 ασθενών με βηματοδότη, και τα πρώτα αποτελέσματα της οποίας παρουσιάστηκαν στο τελευταίο Πανευρωπαϊκό Συνέδριο Καρδιολογίας.

Πρόκειται για τη μελέτη EnRhythm MRI SureScan Clinical Study, τα αρχικά αποτελέσματα της οποίας δείχνουν ότι η νέα γενιά βηματοδοτών είναι ασφαλής, καθώς δεν παρουσίασαν καμία επιπλοκή που να σχετίζεται με τη μαγνητική τομογραφία.

Αναφερόμενος στη βηματοδότηση, ο κ. Βάρδας, τόνισε ότι παρέτεινε τη ζωή εκατομμυρίων ασθενών από τότε που εφευρέθηκε ο πρώτος βηματοδότης που λειτουργούσε με μπαταρία, πριν από 50 χρόνια. Σήμερα, παραμένει η μοναδική θεραπεία για ασθενείς με συμπτωματική βραδυκαρδία, σημειώνοντας ανάλογη βελτίωση με την εξέλιξη της τεχνολογίας.

Ένα από τα πολύ σημαντικά σημεία εξέλιξης της θεραπείας, κυρίως ως προς τις συσκευές που την παρέχουν (βηματοδοτικό σύστημα), είναι η συμβατότητα με τη διαγνωστική μέθοδο της Μαγνητικής Τομογραφίας.

Όπως είπε ο καθηγητής, η Μαγνητική Τομογραφία επιτρέπει στους ακτινοδιαγνώστες να απεικονίσουν με ιδιαίτερη ακρίβεια τα όργανα του σώματος, αιμοφόρα αγγεία, μύες, αρθρώσεις, όγκους, περιοχές φλεγμονής κ.α., χωρίς τη χρήση ακτινών Χ και χειρουργικής επέμβασης.

Κυρίως, χωρίς να εκτεθεί ο ασθενής σε ιοντίζουσα ακτινοβολία.

Ο Μαγνητικός Τομογράφος δημιουργεί ένα μαγνητικό πεδίο και ενώ διαπερνά το σώμα με ραδιοκύματα, μετρά τις αντιδράσεις των μορίων του με υπολογιστή και απεικονίζει το εσωτερικό του. Σε πολλές περιπτώσεις, η Μαγνητική Τομογραφία παρέχει διαγνωστικές πληροφορίες που είναι αδύνατον να διακριθούν από ακτίνες Χ, υπερηχοτομογραφία ή αξονική τομογραφία.

Ειδικά για τη διάγνωση του καρκίνου και νευρολογικών παθήσεων, η Μαγνητική Τομογραφία είναι απαράμιλλη και αναντικατάστατη. Επιπλέον, για τη διερεύνηση του εγκεφάλου και της σπονδυλικής στήλης, δεν υπάρχει εναλλακτική στις περισσότερες των περιπτώσεων.

Όσο η ανάγκη για Μ.Τ αυξάνεται, τόσο γίνεται κρίσιμη η ύπαρξη λύσεων που επιτρέπουν την εισαγωγή βηματοδοτούμενων ασθενών στο Μαγνητικό Τομογράφο.

Από την πλευρά του ο κ. Θεοδωράκης, ανέφερε ότι οι ασθενείς με διαταραχές της αγωγής, της παραγωγής του ηλεκτρικού ερεθίσματος της καρδιάς που φέρουν μόνιμο βηματοδότη όσο και αυτοί με κοιλιακές αρρυθμίες και που φέρουν εμφυτεύσιμο απινιδωτή είναι ασθενείς που η ζωή τους εξαρτάται από τη σωστή λειτουργία αυτών των συσκευών.

Η επίδραση του μαγνητικού πεδίου στις συσκευές, όπως είναι οι βηματοδότες, μπορεί να έχει καταστροφικά αποτελέσματα στη λειτουργία τους. Ο μηχανισμός βλάβης των συσκευών οφείλεται τόσο στη άμεση δράση του ισχυρού μαγνητικού πεδίου με συνέπεια τις δονήσεις των εξαρτημάτων της συσκευής αλλά και έμμεσης δράσης λόγω ανάπτυξης επαγωγικών ρευμάτων στα ηλεκτρόδια.

Η τοπική δράση αυτών των ρευμάτων μπορεί να προκαλέσει επικίνδυνες αρρυθμίες με εμφάνιση κοιλιακής μαρμαρυγής και θάνατο του ασθενούς στην εξέταση.

Με την αύξηση του μέσου όρου ζωής, είπε ο κ. Θεοδωράκης, η ανάγκη χρήσης της μαγνητικής τομογραφίας για διαγνωστικούς λόγους πολλαπλασιάζεται παράλληλα με την ανάγκη τοποθέτησης βηματοδοτών. Από αυτό γίνεται κατανοητό το κλινικό πρόβλημα που ανακύπτει αν ο ασθενής για διαγνωστικούς λόγους θα πρέπει να υποβληθεί σε μαγνητική τομογραφία.

Καταλήγοντας, ο κ. Θεοδωράκης επεσήμανε ότι η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία έχει εκδώσει σχετικές οδηγίες για τους ασθενείς που φέρουν μόνιμους βηματοδότες και θα πρέπει να υποβληθούν σε μαγνητική τομογραφία.

Γενικά απαγορεύεται η διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας σ' αυτούς τους ασθενείς, εκτός από εξειδικευμένες περιπτώσεις που η εξέταση είναι απόλυτα απαραίτητη σε σχέση με τον κίνδυνο βλάβης της συσκευής. Σε αυτή την περίπτωση, θα πρέπει να ληφθούν ειδικά προστατευτικά και προληπτικά μέτρα στη περίπτωση δυσλειτουργίας της συσκευής.