Μία από τις τελευταίες ευρωπαϊκές θέσεις σε κατανάλωση αλκοόλ, κατέχει η Ελλάδα.

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Eurostat, τα ελληνικά νοικοκυριά διαθέτουν το 0,9% των συνολικών τους δαπανών για ποτά, όταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος είναι 1,6%.

Η χώρα μας βρίσκεται σε μία από τις καλύτερες θέσεις, εμφανίζοντας το ίδιο ποσοστό με την Ιταλία και ελαφρώς υψηλότερο από την Ισπανία (0,8%).

Αρκετά υψηλότερα βρίσκεται η Πορτογαλία (1,4%), ενώ ποσοστά – ρεκόρ καταγράφονται στις χώρες της Βαλτικής, με το μέσο νοικοκυριό στην Εσθονία να διαθέτει για αλκοόλ το 5,2% των συνολικών του δαπανών, στη Λετονία το 4,9% και στη Λιθουανία το 4%.

Η ετήσια δαπάνη για ποτά στην Ελλάδα ανέρχεται σε 1,23 δισ. ευρώ. Το ποσό αντιστοιχεί σε 100 ευρώ κατά κεφαλήν και είναι ίδιο με εκείνο που δαπανάται στη Βουλγαρία, στην Τσεχία και στην Ισπανία.

Το διπλάσιο (200 ευρώ) διατίθεται για αλκοόλ από κάθε Ιταλό και Πορτογάλο, το τριπλάσιο (300 ευρώ) από κάθε Γάλλο και Κύπριο, ενώ ο μέσος Φινλανδός ξοδεύει ετησίως 600 ευρώ!

Το 2007, οι Έλληνες διέθεταν 1,14 δισ. ευρώ, ποσό που αναλογούσε στο 0,5% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ), στο 0,7% των συνολικών δαπανών κάθε νοικοκυριού και σε 100 ευρώ κατά κεφαλήν κατανάλωση.

Σύμφωνα με τους ειδικούς της Eurostat, σε ετήσια βάση καταναλώνονται στην Ευρώπη ποτά αξίας 130 δισεκατομμυρίων ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 0,9% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ ή σε 300 ευρώ κατά κεφαλήν.

Στα ποσά περιλαμβάνεται και η κατανάλωση που γίνεται σε εστιατόρια και ξενοδοχεία.

Σταθερό

Από το 2007, το ποσοστό των δαπανών κάθε νοικοκυριού για αλκοόλ παρέμεινε σχεδόν σταθερό στο σύνολο των χωρών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στην τελευταία δεκαετία, η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφεται στη Ρουμανία (από 2,3% των συνολικών δαπανών το 2007 στο 2,7% το 2017). Μικρότερη αύξηση καταγράφεται στην Πορτογαλία (0,3 ποσοστιαίες μονάδες).

Στον αντίποδα, αξιόλογη μείωση στη δεκαετία εμφανίζει η Βουλγαρία (από 3% σε 1,7%), ενώ μικρή μείωση καταγράφεται στη Λιθουανία (0,7 ποσοστιαίες μονάδες) και στη Φινλανδία (0,5 ποσοστιαίες μονάδες).