Υψηλή συναίσθηση του εμβολιασμού και της πρόληψης των παθήσεων, έχουν οι μετανάστες και πρόσφυγες που καταφεύγουν στην Ελλάδα.

Στη συντριπτική τους πλειονότητα, μάλιστα, δηλώνουν πρόθυμοι να πληρώσουν, προκειμένου να κάνουν τα εμβόλια που απαιτούνται για την προστασία της υγείας τους.

Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από μελέτη, η οποία πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα και στην Ολλανδία, σε πληθυσμό προσφύγων, οι οποίοι είχαν κάνει αίτηση για χορήγηση ασύλου.

Η μελέτη, που παρατίθεται πιο κάτω, έγινε σε 31 φιλοξενούμενος στο Κέντρο Υποδοχής του Σχιστού και 30 φιλοξενούμενους σε ολλανδική δομή.

Σύμφωνα με τους συντάκτες της μελέτης, στην Ολλανδία, 15.410 πρόσφυγες ζήτησαν άσυλο από τον Ιανουάριο έως τον Οκτώβριο του 2018. Στην Ελλάδα, 29.404 πρόσφυγες έφτασαν στα παράλια από τον Ιανουάριο έως και τον Νοέμβριο του ίδιου έτους και άλλοι 12.000 από τη χερσαία σύνορα.

Οι πρόσφυγες που συμμετείχαν προέρχονται κυρίως από τη Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι συνθήκες που επικρατούν στα στρατόπεδα και στους οικισμούς προσφύγων και έλλειψη συστηματικής ιατρικής φροντίδας κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, μπορεί να συμβάλει στη διασπορά μολυσματικών ασθενειών μεταξύ της ευάλωτης αυτής ομάδας.

Με αυτό το δεδομένο, τα προγράμματα εμβολιασμού και μολυσματικών νόσων στις χώρες υποδοχής έχουν καθοριστικό ρόλο στην προστασία της Δημόσιας Υγείας. Επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν υψηλό επιπολασμό μικροβιακής αντίστασης στον συγκεκριμένο πληθυσμό.

Το Κέντρο Υποδοχής Σχιστού έχει δυναμικότητα περίπου 1.000 ατόμων και λειτουργεί από τον Φεβρουάριο του 2016. Η διαδικασία των συνεντεύξεων εγκρίθηκε από τα συναρμόδια υπουργεία και πραγματοποιήθηκε σε διάφορες γλώσσες.

Τα στοιχεία καταγράφηκαν ανώνυμα, ενώ το ερωτηματολόγιο χωρίστηκε σε τρία κύρια μέρη: σε θέματα εμβολιασμού, σε θέματα  εντοπισμού πολυανθεκτικών στελεχών μικροβίων και σε θέματα μεταδοτικών νοσημάτων.

Η διάρκεια κάθε συνέντευξης έφτασε τα 50 λεπτά και χρησιμοποιήθηκαν μέσα, όπως φωτογραφικό υλικό. Στην Ελλάδα, η μελέτη εγκρίθηκε από τον Εθνικό Οργανισμό Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ).

Το ελληνικό σκέλος της μελέτης αφορούσε 31 πρόσφυγες και μετανάστες, οι οποίοι προέρχονταν από το Αφγανιστάν, το Ιράκ και το Ιράν.

Το 86,9% των συμμετεχόντων είχαν εμβολιαστεί στη χώρα προέλευσής τους, ενώ σχεδόν ένας στους τρεις εμβολιάστηκε στη χώρα προορισμού για γρίπη, πολιομυελίτιδα, τέτανο και ηπατίτιδα Β.

Από το σύνολο των συμμετεχόντων, το 55,7% είχαν μαζί τους παιδιά, το 91,2% των οποίων είχαν εμβολιαστεί στη χώρα προέλευσης.

Αναγκαιότητα

Στο ερώτημα εάν θεωρούν αναγκαίο τον εμβολιασμό, το σύνολο των 31 προσφύγων στο Σχιστό απάντησε καταφατικά. Δεν συνέβη το ίδιο στην Ολλανδία, όπου μόλις 13 στους 30 εξέφρασαν θετική άποψη.

Και οι 31 πρόσφυγες στο Σχιστό εξέφρασαν θετική διάθεση να εμβολιαστούν, δηλώνοντας μάλιστα την πρόθεσή τους ακόμη και να πληρώσουν για αυτό.

Συγκεκριμένα, στην υποθετική ερώτηση εάν θα μπορούσαν να πληρώσουν 10 ευρώ για το εμβόλιο, οι 26 στους 31 απάντησαν θετικά. Όταν ρωτήθηκαν εάν θα πλήρωναν 200 ευρώ, θετικά απάντησαν οι 12 στους 31 στο Σχιστό.

Σε σχέση με τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, η πλειονότητα των συμμετεχόντων δήλωσαν ευαισθητοποιημένοι στο θέμα και συμφώνησαν να γίνονται προληπτικές εξετάσεις στους ίδιους και στους άλλους φιλοξενούμενους στο Κέντρο.

Η πλειονότητα σχολίασαν πως δεν είχαν αρνητική εμπειρία με τα προγράμματα πρόληψης και εμβολιασμού στα οποία είχαν υποβληθεί, θεωρώντας πως πρόκειται για πολύ σημαντική πράξη για την υγεία τους.

Λιγότεροι θετικοί εμφανίστηκαν οι πρόσφυγες και μετανάστες στην Ολλανδία και η διαφοροποίηση ερμηνεύεται από τους συντάκτες της μελέτης ως εξής: η Ελλάδα δεν είναι χώρα – προορισμός, όπως η Ολλανδία. Εκτιμάται πως όταν φτάσουν στη χώρα προορισμού, αλλάζουν οι προτεραιότητές τους σε θέματα Δημόσιας Υγείας.

Συμπερασματικά, εκτιμάται πως οι συμμετέχοντες είχαν θετική στάση απέναντι στον εμβολιασμό και στον προληπτικό έλεγχο, κατανοώντας το σκεπτικό πίσω από τις πολιτικές πρόληψης των λοιμώξεων και προστασίας της Δημόσιας Υγείας.

Σύμφωνα με τους συντάκτες της μελέτης, τα ευρήματα υπογραμμίζουν την ανάγκη να συμπεριληφθούν και οι αιτούντες άσυλο στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων σε θέματα που αφορούν στρατηγικές προσυμπτωματικού ελέγχου.

Επιπλέον Πληροφορίες