Τεράστια ποσά επενδύονται στην έρευνα και ανάπτυξη θεραπειών και μέσων διάγνωσης του κοροναϊού.

Εκτός από τα δισεκατομμύρια που επενδύονται από τη Φαρμακοβιομηχανία, κυβερνήσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις έχουν διαθέσει τουλάχιστον 830 εκατομμύρια δολάρια για χρηματοδότηση ερευνών σχετικά με τον SARS-COV 2.

Όπως αναφέρεται σε πρόσφατη έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), που παρατίθεται πιο κάτω, στο ποσό αυτό, περιλαμβάνονται:

  • 100 εκατομμύρια δολάρια από τη Συμμαχία για την Καινοτομία στην Προετοιμασία για την Πανδημία (CEPI).
  • 125 εκατομμύρια δολάρια για θεραπείες από τα Ιδρύματα Gates, Wellcome Trust και Mastercard COVID-19 Therapeutics.
  • Περισσότερα από 205 εκατομμύρια δολάρια από την Ευρωπαϊκή Ένωση και διάφορες χώρες του ΟΟΣΑ.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω επενδύσεων, οι δραστηριότητες Έρευνας και Ανάπτυξης που σχετίζονται με τον SARS-COV 2 και άλλους κοροναϊούς που προκαλούν αναπνευστικά νοσήματα έχουν αυξηθεί σημαντικά από τις αρχές του 2020.

Είναι ενδεικτικό πως από την 1η Ιανουαρίου έως τα μέσα Μαρτίου, είχαν καταγραφεί 361 κλινικές δοκιμές σε κοροναϊούς, σε σύγκριση με 14 μεταξύ 2007 και 2019. Οι δοκιμές αφορούν διάγνωση, θεραπείες και εμβόλια.

Όπως αναφέρεται στην έκθεση, οι διαγνωστικές εξετάσεις μπορούν να αναπτυχθούν σχετικά γρήγορα, αλλά ενδέχεται να υπάρξει συμφόρηση σε σχέση με την ικανότητα παραγωγής, διανομής και χορήγησης σε επαρκείς ποσότητες.

Τα τεστ υπόκεινται σε 23 κλινικές δοκιμές και περιλαμβάνουν τεχνολογίες που επιταχύνουν την εξαγωγή δειγμάτων από τους ασθενείς και την επεξεργασία τους.

Χρησιμοποιούνται μοριακές μέθοδοι, καθώς και μέθοδοι δεύτερης γενεάς, οι οποίες θα μπορούσαν ενδεχομένως να οδηγήσουν σε ταχείες δοκιμές, χωρίς επεξεργασία σε εργαστήριο. Οι εξετάσεις με χρήση τεχνολογίας δεύτερης γενεάς, ωστόσο, δεν είναι ακόμη αρκετά αξιόπιστες.

Μέχρι τις 13 Μαρτίου, ο Αμερικανικός Οργανισμός Φαρμάκων (FDA) είχε χορηγήσει την έγκριση έκτακτης χρήσης (EUA) για τέσσερις νέες μοριακές διαγνωστικές εξετάσεις βασιζόμενες στην RT - PCR.

Φάρμακα

Με σκοπό τη γρήγορη εύρεση θεραπείας κατά της COVID-19, δοκιμάζονται σήμερα φάρμακα, τα οποία χρησιμοποιούνται για άλλες ασθένειες. Αυτό σημαίνει ότι οι υπεύθυνοι ανάπτυξης μπορούν να βασίζονται στις δοκιμές πρώιμης φάσης που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί ως προς τη δοσολογία και την ασφάλεια, επικεντρώνοντας στην αποτελεσματικότητα.

Οι θεραπείες αντιπροσωπεύουν την πλειονότητα των κλινικών δοκιμών που καταχωρήθηκαν στην Πλατφόρμα Μητρώου Διεθνών Κλινικών Δοκιμών (ICTRP) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ).

Περιλαμβάνουν μελέτες για την καταπολέμηση της λοίμωξης από γρίπη, λοπιναβίρη και ριτοναβίρη - ένα σταθερό συνδυασμό δόσεων για τη θεραπεία και την πρόληψη του HIV/AIDS και το tocilizumab - ένα ανοσοκατασταλτικό φάρμακο που χρησιμοποιείται σήμερα κυρίως για τη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. 

Εμβόλια

Για τα εμβόλια, οι προηγούμενες εξελίξεις στην Έρευνα και Ανάπτυξη σε σχέση με άλλους κοροναϊούς αποτελούν τη βάση για την τρέχουσα έρευνα.

Ο SARS-COV 2 μοιάζει κατά 80% με τον SARS-CoV 1, τον κοροναϊό που προκάλεσε την πανδημία SARS του 2003.

Ένας αριθμός υποσχόμενων υποψηφίων εμβολίων για κοροναϊούς είναι ήδη διαθέσιμοι. Επτά δοκιμασίες εμβολίων κατά των κορονοϊών είναι τώρα καταχωρημένες στο ICTRP και τρεις γίνονται σε ανθρώπους.

Επιπλέον Πληροφορίες