Τα προβλήματα των εργαζομένων στον τομέα της περίθαλψης, με αφορμή τη σημερινή Παγκόσμια Ημέρα Υγείας, φέρνει στο προσκήνιο η Ένωση Ιατρών Νοσοκομείων Αθήνας - Πειραιά (ΕΙΝΑΠ).

Με επιστολή προς την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας, το προεδρείο της ΕΙΝΑΠ υπογραμμίζει τα εξής:

"Κατά το τελευταίο διάστημα, οι εργαζόμενοι έχουν γίνει μάρτυρες μιας πλειοδοσίας επαινετικών σχολίων από τις πολιτικές και πολιτειακές αρχές της χώρας, το σύνολο των ΜΜΕ, αλλά από την ηγεσία του υπουργείου Υγείας, αναφορικά με τον "ηρωικό", όπως χαρακτηρίζεται, αγώνα των οποίο διεξάγουν οι Ιατροί και άλλοι υγειονομικοί του ΕΣΥ για την προάσπιση της Δημόσιας Υγείας, υπό τις αντίξοες συνθήκες των ημερών μας.

Ωστόσο, τα επαινετικά αυτά σχόλια εκ μέρους της ηγεσίας του υπουργείου Υγείας φαντάζουν κενά περιεχομένου, όταν συνοδεύονται από ανεπάρκειες και παραλείψεις οι οποίες συνιστούν έλλειψη σεβασμού προς τους νοσοκομειακούς ιατρούς.  

Είναι γνωστό στην ηγεσία του υπουργείου ήδη από Σεπτέμβριο του 2019, μετά από αλλεπάλληλες επισημάνσεις μας, ότι εξαιτίας της κλιμακούμενης υποστελέχωσης και των τεράστιων αναγκών, οι ιατροί του ΕΣΥ, ειδικοί και ειδικευόμενοι, πραγματοποιούν μεγάλο αριθμό "πρόσθετων" εφημεριών, καθ’ υπέρβαση του ανώτατου ορίου που προβλέπεται από την σχετική νομοθεσία (άρθρο 34, παράγραφος 6 του Νόμου 4351/2015). 

Αυτό έχει οδηγήσει σε περικοπές των αμοιβών των δεδουλευμένων εφημεριών, και τεράστιες καθυστερήσεις στις καταβολές τους. Επιχειρήσατε να δώσετε νομοθετική λύση με το άρθρο 49 του Νόμου 4633/2019, περί «ενταλματοποίησης και καταβολής των δεδουλευμένων εφημεριών», αγνοώντας τις επισημάνσεις μας.

Ως αποτέλεσμα, η λύση που εδόθη είναι αποσπασματική, αφορά μόνο τις πρόσθετες εφημερίες έως και τον Σεπτέμβριο 2019, και  δια μέσου μιας ορισμένης ερμηνείας του Νόμου,  ακολουθείται μια πολύπλοκη γραφειοκρατική διαδικασία, η οποία έχει επιβαρύνει ασύμμετρα τις υπηρεσίες μισθοδοσίας των νοσοκομείων και των ΥΠΕ, και οδηγεί σε τεράστιες  καθυστερήσεις στην ενταλματοποίηση και καταβολή των δεδουλευμένων.

Επιπροσθέτως, όπως γνωρίζετε, πολλά νοσοκομεία δεν διαθέτουν διοικητικά συμβούλια, λόγω της καθυστέρησης διορισμού τους εκ της ηγεσίας του υπουργείου Υγείας, με αποτέλεσμα οι εφημερίες να εγκρίνονται μόνο από τους διοικητές των νοσοκομείων, κατά τα προβλεπόμενα λόγω της έκτακτης ανάγκης. Ωστόσο, οι διοικήσεις ορισμένων ΥΠΕ, αρνούνται να υπογράψουν τα έτοιμα εντάλματα πληρωμής, αναμένοντας έγκριση και από τα διοικητικά συμβούλια των νοσοκομείων, τα οποία θα συγκροτηθούν σε χρόνον αόριστον.

Είναι χαρακτηριστική η απαράδεκτη στάση της Διοίκησης της Α’ ΥΠΕ Αττικής, η οποία επικαλούμενη αμφιλεγόμενες γνωμοδοτήσεις των νομικών της συμβούλων, με γραφειοκρατική εμμονή, αρνείται να υπογράψει εντάλματα χωρίς την προηγηθείσα έγκριση από ΔΣ, με αποτέλεσμα να οφείλονται σε ορισμένα νοσοκομεία οι περικεκομμένες αμοιβές εφημεριών από τον μήνα Ιούνιο, οι δε διαφορές επ’ αυτών που οφείλουν να καταβληθούν με βάση την προαναφερθείσα νομοθετική σας ρύθμιση, από τις αρχές του 2019.          

Ως εκ των ανωτέρω, απαιτούμε να αναλάβετε άμεσα νέα νομοθετική πρωτοβουλία η οποία να ορίζει με ισχύ αναδρομική από 16/10/2019 ότι "οι πρόσθετες εφημερίες δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) της συνολική μηνιαίας αποζημίωσης των τακτικών εφημεριών του συνόλου των νοσοκομείων και των Π.Ε.Δ.Υ. κάθε Δ.Υ.Πε", αντί του εννέα τοις εκατό (9%) που ισχύει έως σήμερα.

Η ανωτέρω μεταβολή δεν πρόκειται να μεταβάλει ουσιαστικά το εφημεριακό κόστος, απλά μεταβάλλει ένα λογιστικό μέγεθος, και θα άρει τα εμπόδια στην εντός ευλόγου χρόνου καταβολή της αμοιβής των πρόσθετων εφημεριών, οι οποίες πραγματοποιούνται ούτως οι άλλως από αδήριτο ανάγκη. Εκτός αν εννοείτε ότι ο χρόνος υπερεργασίας των Νοσοκομειακών Ιατρών καλώς παραμένει απλήρωτος.

Επιπροσθέτως, θα πρέπει να υπάρξει ρητή πρόβλεψη, και άμεση αποστολή σχετικής εγκυκλίου προς τις ΥΠΕ, ότι υπό τις συνθήκες αυτές εκτάκτου ανάγκης οι υπογραφές των Διοικητών επαρκούν για την έγκριση των εφημεριών, εφόσον ένα νοσοκομείο στερείται διοικητικού συμβουλίου.

Κύριε υπουργέ,

Το ανωτέρω ζήτημα που θέτουμε δεν αποτελεί απλά οικονομικό ζήτημα. Είναι πρωτίστως ζήτημα ηθικό, και ζήτημα σεβασμού προς τους ιατρούς του ΕΣΥ, οι οποίοι αγωνίζονται νυχθημερόν για την προάσπιση της δημόσιας υγείας ενόψει της πρωτοφανούς απειλής, προσβλέποντας πρωτίστως στην ηθική ανταμοιβή και αναγνώριση των συμπολιτών μας".