Γράφει ο Βασίλειος Ζάχος MD, PhD, Ορθοπαιδικός Χειρουργός, Διευθυντής Arthro-MIS Ορθοπαιδικής κλινικής-Ευρωκλινική Αθήνας

Πόνο στον ώμο εμφανίζει σε κάποια φάση της ζωής του μέχρι και το 34% των συνανθρώπων μας. Στις ηλικίες μετά τα 50, και κυρίως μετά τα 60, ο πόνος οφείλεται κυρίως σε μερική ή πλήρη ρήξη του τένοντα των μυών που στρέφουν των ώμο προς τα μέσα και προς τα έξω. Ο πιο ευάλωτος από αυτούς είναι ο υπερακάνθιος τένοντας.

Ο πόνος και η αδυναμία να σηκωθεί το χέρι πάνω από τον ώμο, όπως και ο έντονος πόνος κατά τη νύχτα είναι τα συμπτώματα με τα οποία φτάνουν στο ιατρείο του ορθοπαιδικού οι ασθενείς. Μια απλή πτώση με τεντωμένο χέρι, χρόνια καταπόνηση σε εργασία ή σπορ με τα χέρια πάνω από τον ώμο, κάπνισμα, διαβήτης, υπέρταση, παχυσαρκία και κληρονομικότητα, είναι τα αίτια και οι παράγοντες που οδηγούν σε ρήξη του υπερακανθίου.

Ο ορθοπαιδικός, με λεπτομερή και εξειδικευμένη εξέταση του ώμου, ειδικά κλινικά τεστ και απλές ακτινογραφίες του ώμου είναι σε θέση να διαγνώσει τη ρήξη υπερακανθίου τένοντα στο 90% των περιπτώσεων. Για το υπόλοιπο 10% θα ζητήσει μαγνητική τομογραφία του ώμου.

Η θεραπεία των ρήξεων του υπερακανθίου εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως τη διάρκεια (χρονιότητα) των συμπτωμάτων, την αποτυχία προηγούμενης φαρμακευτικής αγωγής ή φυσιοθεραπείας, το μέγεθος της ρήξης, αν είναι μερική ή πλήρης ρήξη, την ηλικία, το επάγγελμα, άλλες συνοδές παθήσεις και το επίπεδο της ενεργητικότητας του ασθενή. Η γενική αντιμετώπιση είναι να φτάνουμε στο χειρουργείο μόνο όταν αποτύχουν να βελτιώσουν τη λειτουργία του ώμου και να εξαλείψουν τον πόνο οι φυσιοθεραπείες και η φαρμακευτική αγωγή (μετά από τουλάχιστον δυο με τρεις μήνες θεραπείας). Εξαίρεση αποτελούν οι άμεσες τραυματικές πλήρεις ρήξεις όπως και οξείες ρήξεις επί χρόνιας τενοντοπάθειας του υπερακανθίου με ξαφνική απώλεια κίνησης στον ώμο οι οποίες πρέπει να αντιμετωπιστούν χειρουργικά άμεσα.

Οι ασθενείς που είναι μικρότεροι των 65 ετών, με μεγάλες τραυματικές ρήξεις, οι αθλητικά δραστήριοι, οι ασθενείς με μεγάλο περιορισμό κίνησης του ώμου και μυϊκή αδυναμία, είναι οι καλύτεροι υποψήφιοι για το χειρουργείο και θα έχουν πλήρη λειτουργική αποκατάσταση του ώμου. Η συρραφή των ρήξεων του υπερακανθίου γίνεται πλέον μόνο αρθροσκοπικά, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Η επέμβαση γίνεται με γενική αναισθησία και με αποκλεισμό των νευρικών συνάψεων για μετεγχειρητική αναλγησία. Η έξοδος από το νοσοκομείο γίνεται συνήθως το απόγευμα της ημέρας χειρουργείου. Η μετεγχειρητική αποκατάσταση είναι σταδιακή και χρειάζεται τρεις με έξι μήνες για την πλήρη λειτουργικότητα του ώμου.

Σε μερική ρήξη του υπερακανθίου με έντονα συμπτώματα προτείνουμε αρχικά περιορισμό δραστηριοτήτων, αναλγητικά και φυσικοθεραπεία. Σε χρόνια μερική ρήξη που δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία, συστήνουμε χειρουργείο.

Προτείνουμε άμεσα αρθροσκοπική συρραφή σε οξεία πλήρη ρήξη του υπερακανθίου σε κατά τα άλλα υγιείς ασθενείς, όπως και σε οξεία ρήξη επί χρόνιας μερικής ρήξης με ξαφνική αδυναμία ανύψωσης του άκρου.

Συνιστούμε αρχικά μη χειρουργική αντιμετώπιση των χρόνιων ρήξεων, με τουλάχιστον 2 μήνες φυσικοθεραπείας και μια με δυο τοπικές εγχύσεις κορτιζόνης. Σε αποτυχία της φυσικοθεραπείας και των εγχύσεων προτείνουμε αρθροσκοπική συρραφή της ρήξης.

Οι εγχύσεις κορτιζόνης μπορεί να μειώσουν τον πόνο σε ρήξεις του υπερακανθίου αλλά για λίγο χρονικό διάστημα και μπορεί να καταστρέψουν τη δομή ενός φυσιολογικού και υγειούς τένοντα. Μια με δύο εγχύσεις κορτιζόνης σε ασθενείς με πολύ έντονο πόνο που δεν ανταποκρίνονται στα παυσίπονα είναι αρκετές. Γενικά, πρέπει να αποφεύγονται με εξαίρεση τις περιπτώσεις που το χειρουργείο είναι αδύνατο.