Η αυξανόμενη επικράτηση κάποιων ασθενειών όπως πνευμονιόκοκκος, γρίπη, HPV, ηπατίτιδα, μηνιγγιτιδόκοκκος κ.λπ., η  αύξηση της χρηματοδότησης από τις κυβερνήσεις για την δημιουργία εμβολίων αλλά και οι περισσότερες πρωτοβουλίες από μέρους της φαρμακοβιομηχανίας για την ενίσχυση της Έρευνας και Ανάπτυξης τέτοιων προϊόντων, αναμένεται να οδηγήσουν την αγορά των εμβολίων τα επόμενα χρόνια.

Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρει έρευνα, το παγκόσμιο μέγεθος της αγοράς των εμβολίων αναμένεται να φθάσει τα 66,45 δισ. δολάρια μέχρι το 2027 από 36,45 δισ. δολάρια το 2018, σημειώνοντας μέσο ετήσιο ρυθμό ανόδου της τάξης του 6,7%. 

Με βάση την τεχνολογία που χρησιμοποιείται κατά την παρασκευή τους, η αγορά των εμβολίων είναι κατακερματισμένη στα συζευγμένα εμβόλια, στα αδρανοποιημένα εμβόλια και τις υπομονάδες, στα ζώντα εξασθενημένα εμβόλια, στα ανασυνδυασμένα εμβόλια και στα τοξικοειδή εμβόλια.

Το 2018, τα συζευγμένα εμβόλια αντιπροσώπευαν το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς  εξαιτίας κυρίως των αυξανόμενων επενδύσεων από τις κυβερνήσεις των αναπτυσσόμενων χωρών σε αυτή την κατηγορία προϊόντων αλλά και στην επικράτηση των μολυσματικών ασθενειών.

Tα εμβόλια για τον μηνιγγιτιδόκοκκο αναμένεται να παρουσιάσουν το υψηλότερο ποσοστό ανόδου κατά τη διάρκεια της περιόδου πρόβλεψης. Γεγονός που μπορεί να αποδοθεί  στις αυξημένες κρατικές επενδύσεις σε προγράμματα εμβολιασμού κατά της νόσου και στον υψηλό επιπολασμό μηνιγγιτιδοκοκκικών ασθενειών.

Γεωγραφικά, η Βόρειος Αμερική κυριάρχησε πέρσι στην αγορά, ενώ η Ευρώπη κατέλαβε το δεύτερο μεγαλύτερο μερίδιο. Παράγοντες όπως η διαθεσιμότητα χρηματοδότησης και οι επενδύσεις επιχειρηματικού κεφαλαίου για την ανάπτυξη νέων εμβολίων, καθώς και οι αυξανόμενες κυβερνητικές πρωτοβουλίες για εμβολιασμό μεγαλύτερου τμήμα του πληθυσμού, αναμένεται να οδηγήσουν την ανάπτυξη της αγοράς στην περιοχή αυτή.

Η αγορά εμβολίων είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστική με την παρουσία αρκετών μικρών και μεγάλων παικτών. Ορισμένοι παίκτες στην αγορά εμβολίων είναι οι εταιρείες GlaxoSmithKline plc (ΗΒ), η Pfizer, Inc. (ΗΠΑ), η Merck & Co., Inc. (ΗΠΑ), η Sanofi Pasteur SA (Γαλλία), η CSL Limited (Αυστραλία), η Emergent BioSolutions, Inc. (ΗΠΑ), η Johnson & Johnson (ΗΠΑ), MedImmune, LLC (ΗΠΑ), Astellas Pharma Inc. (Ιαπωνία), Serum Institute of India (Ινδία), Bavarian Nordic (Δανία), Mitsubishi Tanabe Pharma Corporation (Ιαπωνία), και Daiichi Sankyo Company, Limited (Ιαπωνία).