Αγγλικός όρος

diet

Ορισμός

1. Οι τροφές σε υγρή και στερεή μορφή που καταναλώνονται τακτικά στην πορεία μιας κανονικής ζωής.

2. Η συνταγογραφημένη μερίδα τροφής που έχει προσαρμοστεί σε μια συγκεκριμένη κατάσταση υγείας ή πάθησης. Είναι γνωστή και ως στρατηγική κατανάλωσης ή ως σχέδιο κατανάλωσης.

3. Τρώω ή πίνω με φειδώ και σύμφωνα με τους συνταγογραφημένους κανόνες.

Συνώνυμο

eating plan

Ετυμολογία

[Ελλ. diaita, δίαιτα]

Υπώνυμος όρος

acid-ash diet
alkali-ash diet
American Heart Association diet., Step I
American Heart Association diet., Step II
balanced diet
bland diet
convalescent diet
DASH diet
Dietary Approaches to Stop Hypertension diet
elemental diet
elimination diet
Feingold diet
fluid diet
gluten-free diet
high-calorie diet
high-carbohydrate diet
high-cellulose diet
high-residue diet
Kempner rice-fruit diet
ketogenic diet
light diet
liquid diet
liquid protein diet
low carbohydrate, hypocaloric diet
low fat diet
low-protein diet
low-salt diet
macrobiotic diet
mediterranean diet
minimum residue diet
Minot-Murphy diet
National Cholesterol Education Program diet
National Renal diet
nonlaxative diet
paleolithic diet
peptide diet
prudent diet
purine-restricted diet
reducing diet
residue-free diet
salt-free diet
soft diet
tyramine- free diet
very low calorie diet
weight reduction diet
Western diet
yo-yo diet