Αγγλικός όρος

expressive language disorder

Ορισμός

Η αποτυχία ενός παιδιού να μάθει να μιλά, να γράφει ή να χρησιμοποιήσει κατάλληλα τη νοηματική γλώσσα, παρά τη φυσιολογική κατανόηση του λόγου και τις κατά τα άλλα φυσιολογικές γνωσιακές λειτουργίες. Η διαταραχή στη χρήση της γλώσσας είναι εμφανής στο παιδί κατά τον ασύντακτο σχηματισμό προτάσεων, τα πολλά λάθη στη γραμματική, τη πτωχή επιλογή λέξεων και τη δυσκολία εκμάθησης νέου λεξιλογίου.