Αγγλικός όρος

echocardiography

Ορισμός

Μια μη επεμβατική διαγνωστική μέθοδος, η οποία χρησιμοποιεί τους υπερήχους για την απεικόνιση των καρδιακών δομών. Με αυτήν μπορούν να αξιολογηθούν τα καρδιακά τοιχώματα, οι βαλβίδες και οι κοιλότητες της καρδιάς, ενώ μπορούν να παρατηρηθούν μερικές φορές και ενδοκαρδιακές μάζες ή θρόμβοι αίματος.

Υπώνυμος όρος

dobutamine stress echocardiography
Doppler echocardiography
multidimensional visualization echocardiography
stress echocardiography
transesophageal echocardiography
transthoracic echocardiography