Αγγλικός όρος
Listeria
Ορισμός
Γένος gram-θετικών, κοκκοβάκιλλων που δεν δημιουργούν σπόρια, και οι οποίοι μπορούν να ανευρεθούν μονήρεις ή στη μορφή ινιδίων. Φυσιολογικά, διαβιούν στο έδάφος.
Υπώνυμος όρος
Listeria monocytogenes
Γένος gram-θετικών, κοκκοβάκιλλων που δεν δημιουργούν σπόρια, και οι οποίοι μπορούν να ανευρεθούν μονήρεις ή στη μορφή ινιδίων. Φυσιολογικά...
Listeria
Γένος gram-θετικών, κοκκοβάκιλλων που δεν δημιουργούν σπόρια, και οι οποίοι μπορούν να ανευρεθούν μονήρεις ή στη μορφή ινιδίων. Φυσιολογικά, διαβιούν στο έδάφος.
Listeria monocytogenes