Αγγλικός όρος

osteopathy

Ορισμός

1. Οστεοπάθεια, οποιαδήποτε νόσος των οστών.

2. Oστεοπαθητική. Ένα σύστημα της ιατρικής που ιδρύθηκε από τον Dr. Andrew Taylor Still (1828-1917). Βασίζεται στη θεωρία ότι το ανθρώπινο σώμα είναι ένας δυναμικός οργανισμός, στον οποίο οι δομικές και λειτουργικές καταστάσεις έχουν ισοδύναμη σημαντικότητα και ότι το σώμα είναι ικανό να διορθώσει τοξικές καταστάσεις όταν υπάρχουν ευνοϊκές περιβαλλοντικές συνθήκες και ικανοποιητική διατροφή.
Αν και ο χειρισμός αποτελεί την πρωταρχική μέθοδο που χρησιμοποιείται στην αποκατάσταση της δομικής και λειτουργικής ισορροπίας, οι οστεοπαθολόγοι βασίζονται επίσης σε φυσικές, ιατρικές και χειρουργικές μεθόδους. Η οστεοπαθητική αναγνωρίζεται ως μια τυπική μέθοδος ή σύστημα της ιατρικής και χειρουργικής περίθαλψης. Οι γιατροί με ειδικότητα στην οοτεοπαθητική, χρησιμοποιούν τα αρχικά D.O.

Ετυμολογία

[" + pathos, πάθηση]