Αγγλικός όρος

Salmonella

Ορισμός

[Daniel Elmer Salmon, Αμερικανός κτηνίατρος, 1850-1914]. Γένος gram-αρνητικών, κινητών βακίλων της οικογένειας Enterobacteriaceae. Έχουν ταξινομηθεί περισσότερα από 1400 είδη. Πολλά είδη είναι παθογόνα, εκ των οποίων ορισμένα προκαλούν ήπια γαστροεντερίτιδα ενώ άλλα προκαλούν οξεία και συχνά θανατηφόρα τροφική δηλητηρίαση. Όσοι προετοιμάζουν φαγητό, πρέπει να μαγειρεύουν όλες τις τροφές από ζωικές πηγές καλά, να καταψύχουν τα υπολείμματα μαγειρεμένης τροφής και να πλένουν τα χέρια τους πριν και μετά την προετοιμασία του φαγητού. Οι άνθρωποι πρέπει να αποφεύγουν την κατάποση ωμών αυγών σε οποιαδήποτε μορφή και τη χρησιμοποίηση ραγισμένων αυγών.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ασθενείς με διαγνωσμένη σαλμονέλα πρέπει να πίνουν καθαρά υγρά μέχρι την υποχώρηση του γαστρικού άλγους. Η ισορροπία υγρών και ηλεκτρολυτών παρακολουθείται και η υποστηρικτική θεραπεία διατηρείται όπως υποδεικνύεται. Οι εντερικές προφυλάξεις ακολουθούνται έως ότου η ασθένεια υποχωρήσει.

Υπώνυμος όρος

Salmonella arizonae
Salmonella choleraesuis
Salmonella enteritidis
Salmonella paratyphi
Salmonella typhi
Salmonella typhimurium