Η τακτική άσκηση είναι ένα από τα πιο αποτελεσματικά μέσα για τη διατήρηση της καλής υγείας. Σημαντικό ποσοστό του γενικού πληθυσμού εμπλέκεται σε ανταγωνιστικά αθλήματα όπως είναι η κολύμβηση. Η έντονη άσκηση επιβάλλει απαιτήσεις στο καρδιαναπνευστικό σύστημα. Η καρδιακή παροχή αυξάνεται όπως και ο κατά λεπτό αερισμός (φτάνει τα 200 λίτρα ανα λεπτό σε υψηλού επιπέδου αθλητές). Σε υψηλά επίπεδα αερισμού οι αεραγωγοί είναι ο τόπος σφοδρά έντονης αναπνοής και ανταλλαγής νερού, καθώς συνθέτουν τη θερμοκρασία και υγρασία του αέρα που χρειάζεται ο ανθρώπινος οργανισμός.

Για την εξασφάλιση της υγείας των κολυμβητών, τα απολυμαντικά με βάση το χλώριο χρησιμοποιούνται για τη μείωση κινδύνου βακτηρίων και ιογενούς λοίμωξης στις εγκαταστάσεις της πισίνας. Όταν όμως το χλώριο αντιδρά με οργανικές ενώσεις στο νερό της πισίνας, (ιδρώτας, ούρα, υπολείμματα σαπουνιού, καλλυντικά, βρωμιά και άλλα στέρεα απόβλητα), αρκετές χημικές ενώσεις παράγονται με τη μορφή τριαλογονομεθανίων, χλωραμινών και αλοοξικών οξέων.

Οι κολυμβητές μπορεί να εμφανίσουν έκθεση σε αυτές τις χημικές ενώσεις μέσω τριών οδών: 1) κατάποση του νερού της πισίνας 2) εισπνοή αερόφερτου χλωρίου και αναλόγων χλωρίου στον εναέριο χώρο πάνω από την επιφάνεια της πισίνας 3) άμεση επαφή με το νερό της πισίνας. Υπάρχουν ισχυρά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η οξεία και χρόνια έκθεση σε αυτές τις χημικές ενώσεις με βάση το χλώριο μπορεί να εκδηλωθεί με κλινικά συμπτώματα δυσλειτουργίας του ανώτερου – κατώτερου αναπνευστικού συστήματος. Επομένως, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι αθλητές ανταγωνιστικής κολύμβησης έχουν αυξημένο επιπολασμό διαφόρων αναπνευστικών παθήσεων, όπως η ρινίτιδα και το άσθμα. Επιπλέον, η προπόνηση υψηλής έντασης μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη του άσθματος που προκαλείται από την άσκηση.

Αυτές οι παρατηρήσεις έχουν οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι χρειάζονται προληπτικές στρατηγικές για την προστασία των αεραγωγών που μπορεί να είναι χρήσιμες ως θεραπευτική επιλογή για υψηλού επιπέδου αθλητές. Η εκπαίδευση της αυτοδιαχείρισης του άσθματος είναι απαραίτητη. Αυτή πρέπει να περιλαμβάνει χρήση τεχνικών για τη δημιουργία ενός σχεδίου δράσης διαχείρισης των παροξυσμών εκτός από την τακτική παρακολούθηση. Η αναπνευστική φυσικοθεραπεία περιλαμβάνει τεχνικές που στοχεύουν στην αύξηση της αντοχής του διαφράγματος και των επικουρικών αναπνευστικών μυών που ενεργοποιούνται στην εισπνοή.

Ο υπεραερισμός του πνεύμονα (αύξηση τελοεκπνευστικού όγκου) είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό του άσθματος που προκύπτει από τον περιορισμό της εκπνευστικής ροής, το πρόωρο κλείσιμο των μικρών αναπνευστικών οδών, μειωμένη πνευμονική συμμόρφωση και αυξημένη δραστηριότητα των εισπνευστικών μυών στο τέλος της εισπνοής. Μπορεί να είναι επιζήμιος επειδή μειώνει το μήκος του διαφράγματος και των επικουρικών αναπνευστικών μυών αναγκάζοντάς τους να λειτουργούν μακρύτερα από το βέλτιστο μέρος της καμπύλης μήκους-τάσης τους. Η παραμορφωμένη κίνηση του διαφράγματος ελλατώνει το σχήμα του θόλου του τραβώντας τις πλευρές οριζόντια περιορίζοντας την έκταση του θωρακικού κλωβού μειώνοντας την ικανότητα εισπνοής. Επιπλέον, η αύξηση του τελοεκπνευστικού όγκου αυξάνει το έργο της αναπνοής προκαλώντας πρόσθετη πίεση στο αναπνευστικό σύστημα. Όλα αυτά συμβάλλουν σε μια αντίληψη της δύσπνοιας η οποία θεωρείται ως μη ικανοποιητική εισπνοή.

Αφού λοιπόν ο υπεραερισμός αυξάνει την εισπνευστική μυϊκή εργασία, η ενίσχυση των εισπνευστικών μυών μπορεί να μειώσει την ένταση της δύσπνοιας. Αυτό πιθανότατα είναι αποτέλεσμα αύξησης της εισπνευστικής μυϊκής δύναμης που προκύπτει από την αναπνευστική φυσικοθεραπεία μέσω της άσκησης, η οποία επιτρέπει τη δημιουργία μιας δεδομένης πίεσης με λιγότερη κίνηση του αναπνευστικού συστήματος. Συγκεκριμένα πρωτόκολλα άσκησης μέσω φορτίου ως πιθανή προσθήκη στη διαχείριση του άσθματος είναι ποικίλα και αποτελούνται από τις εξής κατηγορίες 1) φορτίο αντίστασης ροής και 2) φορτίο κατωφλίου πίεσης. Η φόρτιση αντίστασης ροής αποτελείται από ένα πρωτόκολλο το οποίο απαιτεί από ένα άτομο να αναπνέει μέσω μιας συσκευής με στόμιο που αυξάνει την πίεση εισπνοής που απαιτείται για τη δημιουργία δεδομένης ροής αέρα. Αυτή η διαδικασία γίνεται συνήθως σε εργαστήριο φυσικοθεραπείας με εκπαίδευση στην εισπνοή τρεις φορές την εβδομάδα για δώδεκα εβδομάδες, παράλληλα με το πρόγραμμα προπόνησης.

Τα άτομα καλούνται να εισπνεύσουν μέσω αυτής της συσκευής κάνοντας τρεις μέγιστους ελιγμούς από τον υπολειπόμενο όγκο του πνεύμονα έως τη συνολική ικανότητα έναντι μιας αντίστασης. Η καταγραφή του καλύτερου από αυτούς τους ελιγμούς γίνεται μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή και υπολογίζεται έτσι η μέγιστη εισπνευστική πίεση. Το πρόγραμμα άσκησης περιλαμβάνει εισπνοές στο 80% της υπολογιζόμενης μέγιστης εισπνευστικής πίεσης. Οι πρώτες έξι αναπνοές ακολουθούνται από περίοδο ανάπαυσης ενός λεπτού.

Στη συνέχεια, η περίοδος ανάπαυσης μειώνεται σε 45 sec για τις επόμενες έξι, 30 sec, 15sec, 10sec και τελικά 5 sec κάθε έξι αναπνοές. Τα άτομα σταματούν αν δεν επιτύχουν τουλάχιστον το 90% της μέγιστης εισπνευστικής πίεσης ή εάν ολοκληρώσουν 36 αναπνοές. Η τεχνική φορτίου κατωφλίου πίεσης αποτελείται από μια συσκευή με βαλβίδα μονής κατεύθυνσης που παραμένει κλειστή μέχρι την προκαθορισμένη ποσότητα εισπνευστικής πίεσης, οπότε ανοίγει η βαλβίδα και επιτρέπεται η ροή αέρα. Ένα αντιπροσωπευτικό πρωτόκολλο περιλαμβάνει εκπαίδευση 30 αναπνοών 2 φορές την ημέρα στο 50% της μέγιστης εισπνευστικής πίεσης. Διεξάγεται για έξι εβδομάδες με φορητές συσκευές χειρός τις οποίες τα άτομα χρησιμοποιούν μόνα τους.

Οι κολυμβητές αντιμετωπίζουν μια σκληρή πράξη εξισορρόπησης μεταξύ των θετικών επιδράσεων της πισίνας χωρίς μολυσματικές ουσίες και των αρνητικών πτυχών της υπερβολικής έκθεσης σε ανάλογα χλωρίου. Ο επιπολασμός του άσθματος σε αυτούς τους πληθυσμούς κυμαίνεται μεταξύ 30%-70%. Η αναπνευστική φυσικοθεραπεία ως συμπληρωματική στρατηγική διαχείρισης σε συνδυασμό με τις παραδοσιακές θεραπείες για το άσθμα είναι ωφέλιμη στη μείωση της δύσπνοιας σε ηρεμία και κατά την άσκηση, καθώς και στη μείωση της χρήσης φαρμάκων.