Είναι γνωστό ότι όταν κάποιος άνθρωπος πάθει έμφραγμα του μυοκαρδίου κινδυνεύει να χάσει τη ζωή του. Ένας περίπου στους 10 ανθρώπους που παθαίνουν έμφραγμα του μυοκαρδίου χάνει τη ζωή του, στα πρώτα λεπτά του εμφράγματος, ένας άλλος στους 10 εμφραγματίες χάνει τη ζωή του την πρώτη ώρα του εμφράγματος και ένα τρίτος μέσα στον πρώτο μήνα.

Δηλαδή 3 στους 10 εμφραγματίες χάνουν τη ζωή τους, με κυριότερη αιτία τις θανατηφόρες αρρυθμίες.

Εν τούτοις, το σημαντικότερο είναι ότι 7 ασθενείς στους 10 παραμένουν ζωντανοί και μπορούν να επανέλθουν στην εργασία τους, στη συντριπτική τους πλειοψηφία. Σημαντικό επίσης ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι οι 2 εκ των 3 ανθρώπων που χάνονται τελικά μπορούν να σωθούν εάν οργανωθούν καλύτερα οι υπηρεσίες διασώσεως και κυρίως εάν μπορεί σε λίγα λεπτά από το έμφραγμα να βρεθεί κοντά στον άρρωστο η κινητή στεφανιαία μονάδα για να αντιμετωπισθεί σωστά το έμφραγμα.

Όμως, η καρδιά του κάθε ανθρώπου που προσβάλλεται από αθηροσκλήρωση των αρτηριών της (στεφανιαία νόσος) ετοιμάζεται να υποδεχθεί ένα πιθανό έμφραγμα με τις ολιγότερες δυνατές συνέπειες. Μόλις οι αθηροσκληρωτικές πλάκες που βρίσκονται πάνω στο τοίχωμα των στεφανιαίων αρτηριών δημιουργήσουν στένωση μεγαλύτερη του 70% του αυλού μιας αρτηρίας, τότε αρχίζει να αναπτύσσεται παράπλευρη κυκλοφορία με ενεργοποίηση αρτηριών πιο λεπτών, δηλαδή με μικρότερη διάμετρο, ούτως ώστε να φθάνει περισσότερο αίμα στην περιοχή εκείνη της καρδιάς που αιματώνει η στενωμένη (βουλωμένη) αρτηρία.

Έτσι, παρ’ ότι μπορεί να υπάρχουν πολλαπλές στενώσεις σε όλες τις στεφανιαίες αρτηρίες της καρδιάς, εν τούτοις ο άρρωστος δεν το γνωρίζει, παραμένει χωρίς συμπτώματα ακόμα και όταν υποβάλλεται σε δοκιμασία κόπωσης ή άλλες καρδιολογικές εξετάσεις.

Έτσι εξηγείται γιατί πολλές φορές οι περισσότεροι άρρωστοι που παθαίνουν έμφραγμα του μυοκαρδίου ποτέ τους δεν είχαν κανένα προειδοποιητικό σύμπτωμα και πολλές φορές μάλιστα έχουν φυσιολογικές τις περισσότερες καρδιολογικές εξετάσεις.

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι όταν ένας ασυμπτωματικός άρρωστος υποβληθεί προληπτικά σε επεμβάσεις (by pass ή μπαλονάκι) ο άρρωστος αυτός όταν πάθει έμφραγμα συνήθως βρίσκεται σε χειρότερη θέση σε σύγκριση μ’ αυτόν που δεν έκανε επέμβαση.

Και αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι όταν παρακαμφθούν ή εξαλειφθούν οι στενωτικές βλάβες, τότε και η παράπλευρη κυκλοφορία που προστατεύει το μυοκάρδιο σιγά-σιγά καταργείται, έτσι εάν ο άρρωστος αυτός πάθει έμφραγμα, τότε στερείται της προστασίας της παράπλευρης κυκλοφορίας.

Ένας δεύτερος προστατευτικός μηχανισμός που διαθέτει η καρδιά, είναι η προετοιμασία του μυοκαρδίου να υποδεχθεί ένα πιθανό έμφραγμα. Ο μηχανισμός αυτός στηρίζεται στο γεγονός ότι μόλις αποφραχθεί η αρτηρία από το θρόμβο που σχηματίζεται από το σπάσιμο της αθηροσκληρωτικής πλάκας τότε η περιοχή του μυοκαρδίου που δεν αρδεύεται αρχίζει να αντιδρά και να ενεργοποιούνται ένζυμα και κυτταρικοί μηχανισμοί.

Έτσι, εάν συμβεί να σταματήσει ο σπασμός της αρτηρίας και να επαναιματωθεί η περιοχή για λίγα λεπτά, όταν φράξει οριστικά η αρτηρία, τότε θα δημιουργείται ένα έμφραγμα κατά 2/3 μικρότερο από το έμφραγμα που θα εδημιουργείτο εάν δεν είχε ενεργοποιηθεί αυτός ο μηχανισμός της προστασίας του μυοκαρδίου που ονομάζεται διεθνώς Preconditioning.

Συμπερασματικά, κάθε άρρωστος που βρίσκεται σε σωστή θεραπεία κινδυνεύει πολύ λιγότερο από τον άρρωστο που χωρίς συμπτώματα δεν γνωρίζει εάν κινδυνεύει και παθαίνει αιφνιδίως έμφραγμα του μυοκαρδίου. Οι δύο αυτοί προστατευτικοί μηχανισμοί (παράπλευρη κυκλοφορία και ισχαιμική προστασία) πέραν του ότι συμβάλλουν στο να δημιουργείται έμφραγμα μικρότερης έκτασης ελαττώνουν και την πιθανότητα δημιουργίας αρρυθμιών που είναι επικίνδυνες για τη ζωή των ασθενών.

Κατά συνέπεια, για όλους αυτούς τους λόγους, προέχει η έγκαιρη διάγνωση της στεφανιαίας νόσου προτού εκδηλωθούν τα πρώτα συμπτώματα στα οποία προεξάρχει ο πόνος στο κέντρο του στήθους, δηλαδή η γνωστή σε όλους στηθάγχη.