Είναι πραγματικά αξιοπερίεργο. Τα τελευταία 20 χρόνια οι Υγειονομικές αρχές της χώρας δίνουν αποφασιστικές μάχες για να αντιμετωπίσουν ουσιαστικά ανύπαρκτους εχθρούς που μας απειλούν. Πριν μερικά χρόνια έδωσαν …μάχη κατά της χολέρας που υποτίθεται απείλησε τη χώρα.

Έδωσαν …μάχη κατά του ιού Σαρς όταν ξεκίνησε κάποια επιδημία στην Ασία. Έδωσαν …μάχες κατά της μυοκαρδίτιδας …κλείνοντας όλα τα σχολεία μας, και τώρα δίνουν τη μάχη κατά του ιού των χοίρων που παρουσιάσθηκε στο Μεξικό. Όλα αυτά καλά.

Έστω και υπερβολικά, αφού όλη η Ευρώπη δεν αντιμετώπισε από όλα αυτά καμία ουσιαστική απειλή. Όμως το να προλαμβάνει κανείς είναι πάντα καλύτερο από το να θεραπεύει. Γι’ αυτό και υπάρχει πάντα πλήρης κατανόηση έστω και όταν φθάνουμε στο βαθμό της υπερβολής.

Όμως τί γίνεται με τον πραγματικό εχθρό; Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας χάνονται κάθε χρόνο περίπου 8.500 Έλληνες από τη στεφανιαία νόσο και τις επιπλοκές της. Η Ελλάδα συγκριτικά είναι, δυστυχώς, η πρώτη χώρα μεταξύ των χωρών της δυτικής Ευρώπης με αυτή την εκατόμβη νεκρών.

Ακόμα και η γειτονική Αλβανία βρίσκεται σε καλύτερη θέση. Άραγε τι να φταίει; Πολλοί μέμφονται αποκλειστικά τον τρόπο ζωής, δηλαδή την πρόληψη. Άραγε μόνον ο τρόπος ζωής να είναι ο αποκλειστικά υπεύθυνος;

Ο Έλληνας αποδεικνύεται από τις Ευρωπαϊκές δημοσκοπήσεις ότι είναι από τους πλέον ενημερωμένους Ευρωπαϊκούς λαούς σχετικά με τους κινδύνους που απειλούν τη ζωή του. Π.χ. δεν υπάρχει Έλληνας που να μη γνωρίζει ότι το τσιγάρο σκοτώνει.

Όμως η χώρα μας σύμφωνα με το γνωστό περιοδικό ‘Economist’ είναι η πρώτη χώρα στον κόσμο όσον αφορά την κατανάλωση καπνού. Άραγε πόσο περισσότερο πρέπει ο Έλληνας να ενημερωθεί για να σταματήσει το κάπνισμα; Η Ελλάδα σήμερα διαθέτει τους περισσότερους γιατρούς στην Ευρώπη συγκριτικά με τους κατοίκους της.

Η Ελλάδα διαθέτει διαγνωστικά θεραπευτικά μηχανήματα σε αριθμό που θα ζήλευαν και οι πιο προηγμένες Ευρωπαϊκές χώρες. Ο αριθμός των ιατρικών συνεδρίων στην Ελλάδα είναι ο υψηλότερος της Ευρώπης.

Κατά συνέπεια, τι πρέπει να γίνει; Πρέπει να ληφθούν μέτρα και όχι ημίμετρα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ημίμετρου είναι το πώς αντιμετωπίσθηκε η απαγόρευση του καπνίσματος στους κλειστούς χώρους. Η απαγόρευση του καπνίσματος στους κλειστούς χώρους θα αρχίσει να εφαρμόζεται χλωμά και στην Ελλάδα από τον προσεχή Ιούλιο, όπου πρακτικά κανένας Έλληνας δεν θα κάθεται λόγω της ζέστης σε κλειστό χώρο.

Μίζερα, χλωμά υιοθετούμε τα απαγορευτικά μέτρα όταν ήδη τα έχουν εφαρμόσει σωστά από χρόνια όλοι οι άλλοι λαοί της Ευρώπης μηδέ της Τουρκίας εξαιρουμένης.

Σ’ όλο τον κόσμο το κάπνισμα απαγορεύθηκε σε όλους τους κλειστούς χώρους και όχι να υπάρχει διάκριση καπνιστών, μη καπνιστών στον ίδιο ή διαφορετικούς χώρους, όπως σήμερα υιοθετείται στην Ελλάδα με νόμο. Στόχος της απαγόρευσης του καπνίσματος παγκόσμια υπήρξε η κοινωνική απαξίωση του καπνίσματος και όχι η διάκριση μεταξύ καπνιστών, μη καπνιστών, όπως τείνει να συμβεί στην Ελλάδα.

Το όλο πρόβλημα της σωστής αντιμετώπισης της σύγχρονης μάστιγας του ανθρώπου που λέγεται στεφανιαία νόσος δεν είναι καθόλου απλό. Χρειάζονται αποφασιστικά μέτρα για τη βελτίωση της πρωτογενούς πρόληψης. Δηλαδή ουσιαστικά μέτρα που να διαμορφώσουν συνείδηση στον πολίτη για το σωστό και υγιεινό τρόπο ζωής.

Εάν όμως λάβει κανένας υπόψη το πώς νομοθετικά αντιμετωπίζεται η απαγόρευση του παθητικού καπνίσματος πόρρω απέχουμε από τη σωστή διαμόρφωση συνείδησης υγιεινού τρόπου ζωής του πολίτη.

Δυστυχώς δεν λείπουν μόνο τα μέτρα για τη βελτίωση της πρωτογενούς πρόληψης. Παράλληλα χρειάζονται αποφασιστικά μέτρα που να ελέγχουν τον τρόπο αντιμετώπισης του εμφράγματος και γενικότερα της στεφανιαίας νόσου. Τρόπους που θα ελέγξουν εάν πράγματι εφαρμόζονται σωστά οι παγκόσμιες κατευθυντήριες οδηγίες βάσει των οποίων ο άρρωστος αντιμετωπίζεται επεμβατικά.

Δηλαδή πότε ο άρρωστος χρειάζεται εγχείρηση, πότε αγγειοπλαστική και πότε δεν χρειάζεται επεμβατική, γενικότερα, αντιμετώπιση. Χωρίς αυτές τις ουσιαστικές αλλαγές στον τρόπο αντιμετώπισης της στεφανιαίας νόσου, ο φόρος του θανάτου θα εξακολουθεί να παραμένει βαρύς φέρνοντας τη χώρα από πλευράς θανάτων στην πρώτη θέση μεταξύ των δυτικοευρωπαϊκών χωρών.